5 Μαΐ 2010

ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΛΑΤΡΕΨΕ ΤΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΕΡΕΥΝΟΥΣΕ

Επιθυμούσα από καιρό ν’ αφιερώσω κάποιες γραμμές στην απώλεια του δημοσιογράφου και ερευνητή του λαϊκού τραγουδιού Πάνου Γεραμάνη, ο οποίος, μας άφησε εντελώς ξαφνικά, τι τραγική ειρωνεία, την ημέρα της Ανάστασης το 2005. Παρότι διαρκώς το ανέβαλα, βαθιά μέσα μου αισθανόμουν πως έπρεπε οπωσδήποτε να προχωρήσω σ’ αυτό το εγχείρημα. Όμως δεν το επιχειρούσα μέχρι τώρα, ακριβώς επειδή φοβόμουνα μήπως αυτά που θα έγραφα θεωρούνταν τετριμμένα.
Τόσα και τόσα έχουν γραφτεί και ειπωθεί γι’ αυτά που πρόσφερε ο Πάνος με τις έρευνες που έκανε, ειδικά όσον αφορά το Λαϊκό Τραγούδι, που υπήρξε η μεγάλη του αγάπη. Άρα τι παραπάνω θα μπορούσα να προσθέσω εγώ; Δύσκολο για κάποιον που ασχολείται με την έρευνα γύρω από θέματα παράδοσης όπως το λαϊκό τραγούδι, να καταφέρει να διατηρήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην αντικειμενική προσέγγιση του θέματος και την αγάπη του για το αντικείμενο. Ο Πάνος λοιπόν πετύχαινε ακριβώς αυτό, γιατί υπήρξε πρώτα θαυμαστής και λάτρης της Λαϊκής Μουσικής, κι έπειτα ερευνητής του αντικειμένου.
Τυχαίνει να έχω ασχοληθεί από πολύ νωρίς με το Ρεμπέτικο και Λαϊκό τραγούδι και επομένως να έχω διαβάσει αρκετά βιβλία και άλλες γραπτές αναφορές για το συγκεκριμένο θέμα. Η ραδιοφωνική εκπομπή του Πάνου Γεραμάνη λοιπόν ‘Λαϊκοί Βάρδοι’, που μεταδιδόταν καθημερινά στις 7 το απόγευμα, αρχικά από τη συχνότητα της ΕΡΑ2 και αργότερα από τον 103,7, μου πρόσφερε την ευκαιρία να θυμηθώ και να επιβεβαιώσω πολλά από τα γεγονότα που με την πάροδο του χρόνου είχα ξεχάσει, αλλά και να εμπλουτίσω τις γνώσεις μου με καινούργια στοιχεία σχετικά με αυτό το μουσικό είδος. Γι’ αυτό, όσο μπορούσα, παρακολουθούσα την εκπομπή του Πάνου με μεγάλο ενδιαφέρον και προσμονή για τις καινούργιες πληροφορίες με τις οποίες μας τροφοδοτούσε.
Πιστεύω ότι το σλόγκαν που ακουγόταν στην εκπομπή μετά την αναγγελία του τίτλου, δηλαδή ‘Λαϊκοί Βάρδοι – Στιγμές από τη Ζωή τους και τη Ζωή μας’, δεν είχε επιλεγεί καθόλου τυχαία. Ο Πάνος Γεραμάνης κατάφερνε κάθε μέρα να αποδεικνύει πως, αυτό που υποστηρίζουν οι λάτρεις του Λαϊκού τραγουδιού ότι το συγκεκριμένο μουσικό είδος ήταν στενά συνδεδεμένο με γεγονότα από την καθημερινότητα του απλού κόσμου, αποτελούσε μια αλήθεια. Επιπλέον, ο αξέχαστος ερευνητής δεν έπαυε να υποστηρίζει και να το τεκμηριώνει ότι, ακόμα και καλλιτέχνες που δεν έγιναν τόσο γνωστοί στον κόσμο όσο οι κλασικοί εκπρόσωποι τρου καλλιτεχνικού χώρου που ερευνούσε, πρόσθεσαν κι αυτοί ένα σημαντικό λιθαράκι στο οικοδόμημα που λέγεται Λαϊκό Τραγούδι και στο οποίο ανήκει φυσικά και το Ρεμπέτικο.
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω και κάτι για τον άνθρωπο Γεραμάνη. Μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι, μ’ όλο που δεν είχαμε γνωριστεί προσωπικά, με τίμησε με μια χειρονομία του που ποτέ δεν θα ξεχάσω. Επειδή έμαθε για την αγάπη μου και το μεγάλο μου ενδιαφέρον σχετικά με το αντικείμενο που ερευνούσε, μου έστειλε την αυτό βιογραφία του Γρηγόρη Μπιθικώτση, ένα βιβλίο του οποίου είχε αναλάβει την επιμέλεια, με γραπτή αφιέρωση. Και είναι αυτή η συγκεκριμένη χειρονομία του που μου επέτρεψε, σε κάποια σημεία αυτού του άρθρου, να αναφέρομαι σ’ εκείνον σαν σε παλιό φίλο, δηλαδή με το μικρό του όνομα.


Π. Σκούρτης
4- 8- 2005

30 Απρ 2010

ΚΟΡΑΚΑΚΗΣ - ΧΑΛΚΙΑΣ

ΛΕΒΕΝΤΙΚΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ
Ο ΛΑΚΗΣ ΧΑΛΚΙΑΣ ΤΟΣΟ ΛΑΙΚΟΣ ΟΣΟ ΠΟΤΕ ΣΕ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΩΝ ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ KΟΡΑΚΑΚΗ

Ο τραγουδιστής Λάκης Χαλκιάς έγινε ιδιαίτερα γνωστός στη δεκαετία ’70, είχε όμως αρχίσει τη σταδιοδρομία του ως ερμηνευτής κάποια χρόνια νωρίτερα. Ξεκίνησε την καριέρα του από τον χώρο του Δημοτικού Τραγουδιού κι αυτό ήταν απολύτως φυσικό αφού πρόκειται για έναν από τους γιους του καταξιωμένου –αλλά απόντος εδώ και πολλά χρόνια - κλαριντζή Τάσου Χαλκιά.
Στο είδος τραγουδιού όμως που αναπτύχθηκε μετά το Δημοτικό, το οποίο βασίζεται στις μουσικές φόρμες του Ρεμπέτικου, δηλαδή σε αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε κυρίως Λαϊκό Τραγούδι, δεν μπορώ να πω ότι ο Χαλκιάς είχε ιδιαίτερη επιτυχία. Ο Λάκης εντάχθηκε στον χώρο του τραγουδιού που παλιότερα αποκαλούσαμε Έντεχνο Λαϊκό, αλλά σήμερα θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίζαμε και ως Λόγιο Λαϊκό Τραγούδι, παρότι δεν υφίσταται πλέον ως ξεχωριστό μουσικό ρεύμα. Στον συγκεκριμένο μουσικό χώρο ο Χαλκιάς διακρίθηκε κυρίως σε συνθέσεις του Γιάννη Μαρκόπουλου, ιδιαίτερα μέσα από τους δίσκους «ΘΕΣΣΑΛΙΚΟΣ ΚΥΚΛΟΣ» και «ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ». Ο πρώτος βασιζόταν σε στίχους Κώστα Βίρβου και ο δεύτερος - στον οποίο συμμετείχε και η αξέχαστη Βίκυ Μοσχολιού - σε ποίηση Γιώργου Σκούρτη. Σε αυτό το σημείο, παρενθετικά, ας αναφερθεί πως ο Γιώργος Σκούρτης είναι συγγραφέας, κυρίως θεατρικών έργων. Η πιο λαϊκή ερμηνεία του καλλιτέχνη που μπορούμε να ξεχωρίσουμε από εκείνη την εποχή είναι στο τραγούδι ‘Η Φάμπρικα’ που περιλαμβάνεται στο δίσκο «ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ».
Ο συνθέτης Απόστολος Καλδάρας διέθετε την ικανότητα ν’ αναδεικνύει άγνωστες πτυχές στις ερμηνείες καλλιτεχνών που φαινομενικά οι φωνές τους δεν ήσαν και τόσο λαϊκές. Είχε λοιπόν συνεργαστεί, μεταξύ άλλων, και με τον Χαλκιά, δημιουργώντας για τη φωνή του μια ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «ΛΑΙΚΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ». Ούτε όμως αυτός ούτε ο ομότεχνός του και μπουζουξής Αντώνης Κατινάρης - με τον οποίο ο αναφερόμενος τραγουδιστής είχε προηγουμένως συνεργαστεί - κατόρθωσαν να πείσουν τον Χαλκιά να αποδώσει τα τραγούδια τους με μια διαφορετική ερμηνεία. Μια ερμηνεία που να είναι αυθεντικά λαϊκή. Να διαφέρει δηλαδή από εκείνη με την οποία αυτός ο καλλιτέχνης συνήθιζε να αποδίδει έντεχνο λαϊκό τραγούδι, το μουσικό είδος που τον έκανε ευρύτερα γνωστό.
Αλλά, αυτό που οι προηγούμενοι δημιουργοί δεν κατόρθωσαν, μάλλον το κατάφερε ένας συνθέτης των ημερών μας, ο Βαγγέλης Κορακάκης. Απ’ ό,τι φαίνεται, αυτός ο δημιουργός είναι γνήσια λαϊκός, εξίσου με τους παραπάνω. Τα τραγούδια που ο Κορακάκης δημιούργησε για τη φωνή του Χαλκιά περιλαμβάνονται στον δίσκο «ΛΕΒΕΝΤΙΚΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ». ‘Όπως σε πολλούς δίσκους του Κορακάκη, έτσι και σ’ αυτόν περιλαμβάνονται και ταξίμια ως εισαγωγές στα τραγούδια, όπως και δυο οργανικά κομμάτια: ‘Το Ζεϊμπέκικο του Παράσχου’ και ‘Δειλινό στη Σέριφο’. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί ακόμα και στους πιο αξιοπρόσεκτους λαϊκούς δίσκους, σήμερα σπάνια συναντάμε ταξίμια και οργανικά κομμάτια.
Ο δίσκος του Κορακάκη «ΛΕΒΕΝΤΙΚΕΣ ΚΑΡΔΙΕΣ» κυκλοφορεί από την εταιρία ΔΙΚΤΥΟ. Κάθε φορά που σχολιάζω κάποιον δίσκο που κυκλοφορεί από αυτή την εταιρία , αναφέρω και το όνομα του ιδρυτή της Πάρη Μήτσου, ο οποίος έχει κάνει πολλά προκειμένου να στηρίξει το γνήσιο Λαϊκό Τραγούδι..


Π. Σκούρτης
26 -4 -2010

‘Ονείρου Ελλάς’ - Λίζος, Ζερλεντές, Κονσολάκης, Κουτουλάκης

Στο τηλεοπτικό πρόγραμμα ‘Ονείρου Ελλάς’ που μεταδίδεται κάθε Κυριακή μεσημέρι από την ΕΡΤ3, στις τελευταίες βδομάδες, από τις 28 Φεβρουαρίου μέχρι σήμερα, τα τραγούδια που ακούγονται παρουσιάζονται σε συνδυασμό με αναφορές σε κοινωνικοπολιτικά γεγονότα. Επειδή όμως το Ρεμπέτικο, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν είναι πολιτικό τραγούδι, δεν νομίζω πως αυτή η τακτική είχε ιδιαίτερη επιτυχία.
Η εκπομπή της 11ης Απριλίου ήταν η πρώτη που αφιερώθηκε στο 1965. Τόσο σ’ αυτήν όσο και σε πολλές από τις εκπομπές των προηγούμενων εβδομάδων, αυτός που ξεχώρισε ήταν ο ερμηνευτής Λίζος που παίζει και μπαγλαμά. Δεν πρόκειται τελικά, όπως αρχικά νόμιζα, για τον τραγουδιστή Γιώργο Λίζο, τον οποίο είχαν πρωτοπαρουσιάσει ο συνθέτης Πέτρος Βαγιόπουλος και ο στιχουργός Μανόλης Ρασούλης μέσα από τον δίσκο τους ‘ΣΤΟ ΝΟΗΜΑΤΟΥΡΓΕΙΟ’. Εδώ, πρόκειται για τον Θοδωρή Λίζο. Στη συγκεκριμένη εκπομπή αυτός ο ερμηνευτής απέδωσε, με ιδιαίτερη εκφραστικότητα, τόσο το δημοτικό τραγούδι ‘Μ’ Έκαψες Γειτόνισσα’, όσο και τη δημιουργία του Μάρκου, ‘Μελαχρινό’.
Αριστουργηματική ήταν επίσης η απόδοση του τραγουδιού ‘Έρχομαι τον Τοίχο, Τοίχο’, τόσο από άποψη ερμηνείας του Θανάση Ζερλεντέ, όσο και από πλευράς συνοδείας, με τον Σπύρο Κονσολάκη στην κιθάρα και το Νίκο Φιλιππίδη στο κλαρίνο. Απ’ όσο μπορώ να κρίνω από τη μορφή των στίχων αυτού του τραγουδιού, μάλλον πρόκειται για αδέσποτο ρεμπέτικο, από το οποίο πρέπει να εμπνεύστηκαν για τις δικές τους δημιουργίες τόσο ο Μάρκος όσο και ο Μιχάλης Γενίτσαρης. Οι τίτλοι στις δημιουργίες του Μάρκου και του Γενίτσαρη είναι ‘Έρχομαι Κρυφά’ και ‘Θα ‘ρθω Νύχτα Τοίχο, Τοίχο’ αντίστοιχα. Ως εισαγωγή στο αδέσποτο ρεμπέτικο που ερμήνευσε ο Θανάσης Ζερλεντές, ο Κονσολάκης έπαιξε κι ένα υπέροχο ταξίμι.
Στην ίδια εκπομπή συμμετείχαν επίσης ως ερμηνευτές και δύο καλλιτέχνες που εμφανίζονται κυρίως ως μουσικοί. Ο Σπύρος Κονσολάκης, στον οποίο αναφερθήκαμε παραπάνω και ο Μπουζουξής Γιώργος Κουτουλάκης. Ο πρώτος απέδωσε το αδέσποτο ρεμπέτικο ‘Ο Χαρτοπαίκτης’, ενώ ο τελευταίος ερμήνευσε την ‘Άτακτη’. Η ερμηνεία του Κονσολάκη υπήρξε ικανοποιητική, ενώ του Κουτουλάκη ήταν κάπως υποτονική σε σχέση με το ‘πολύ δυνατό’ ταξίμι που προηγήθηκε.
Κλείνοντας, πρέπει να πω κάποια λόγια ιδιαίτερα για την ‘Άτακτη’. Σε όλους τους δίσκους όπου έχει περιληφθεί, το τραγούδι αυτό παρουσιάζεται ως δημιουργία του Μάρκου Βαμβακάρη, ο οποίος και το ερμήνευσε για πρώτη φορά. Σύμφωνα όμως με κάποιες δικές μου πληροφορίες, στον Μάρκο ανήκουν μόνο οι στίχοι, ενώ τη μουσική αυτού του ζεϊμπέκικου έχει συνθέσει ο γιος του Στέλιος. Αν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο, πιστεύω πως, ο λόγος που στην καταγραφή του συγκεκριμένου τραγουδιού δεν αναφέρθηκε ποτέ το όνομα του συνθέτη, ίσως να είναι ότι αυτός βρισκόταν σε αρκετά νεαρή ηλικία όταν έγραψε τη μουσική. Λέγεται ακόμα πως, σ’ ένα άλλο τραγούδι, ‘Τα Όμορφα τα Γαλανά σου Μάτια’, το οποίο ερμήνευσε ο Μάρκος στην ίδια περίοδο με την ‘Άτακτη’ – και γενικά παρουσιάζεται ως δημιουργία του – και πάλι, μόνο οι στίχοι είναι δικοί του, ενώ τη μουσική έχει συνθέσει επίσης ο Στέλιος.

Π. Σκούρτης
11-4 -2010

19 Απρ 2010

ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑ

‘Ονείρου Ελλάς’

Ο ΜΑΝΟΣ ΚΟΥΤΣΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, Ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΖΕΡΛΕΝΤΕΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΣΕ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΑΡΑ ΤΗΣ ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑΣ

Οι εκπομπές του τηλεοπτικού μουσικοϊστορικού προγράμματος ‘Ονείρου Ελλάς’ του Κώστα Φέρρη που μεταδόθηκαν από τις 28 Φεβρουαρίου μέχρι τις 14 Μαρτίου, ήταν αφιερωμένες στην περίοδο 1960 - 63. Αυτές οι τρεις εκπομπές είχαν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Συνήθως αυτό το πρόγραμμα παρουσιάζει τραγούδια που ηχογραφήθηκαν για πρώτη φορά σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Όμως στις εκπομπές που αναφέραμε έγινε μία προσπάθεια τα τραγούδια που μεταδόθηκαν να συνδυαστούν με διάφορες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις εκείνης της εποχής.
Για παράδειγμα σε κάποια απ’ αυτές τις εκπομπές έγινε αναφορά στο τεράστιο κόστος που επέφερε στο ελληνικό κράτος ο γάμος της τότε πριγκίπισσας Σοφίας με τον Ισπανό Χουάν Κάρλος. Σε συνδυασμό με αυτό το γεγονός και με τη διάθεση να γίνει κάποιος χιουμοριστικός σχολιασμός, ο Θανάσης Ζερλεντές ερμήνευσε το τραγούδι ‘Ομολογίες’.
Στην εκπομπή της 14ης Μαρτίου , κάποια στιγμή, αναφέρθηκε η κόντρα που είχε η βασίλισσα Φρειδερίκη, με την Αγγλίδα σύζυγο του - τότε φυλακισμένου- κουμουνιστή Αντώνη Αμπατιέλου. Σε συνδυασμό με αυτό το γεγονός, ο εξαίρετος τραγουδιστής Μάνος Κουτσαγγελίδης, ερμήνευσε το κομμάτι ‘Καμωματού’. Να σημειωθεί εδώ πως δεν επρόκειτο για το τραγούδι του Παναγιώτη Τούντα, που δυστυχώς δεν θυμάμαι τον τίτλο του και το οποίο αρχίζει με τους στίχους ‘Στου Τζελέπη στον Περαία μια καμωματού κι ωραία…’. Εδώ πρόκειται για ένα τραγούδι που μάλλον ανήκει στον βιολιστή Γιάννη Δραγάτση, τον οποίο απ’ όσο γνωρίζω αποκαλούσαν Ογδοντάκη ή Ογδόντα. Ο Δραγάτσης, αν και δεν είναι γνωστός στους πολλούς, υπήρξε αντιπροσωπευτική μορφή του Σμυρναίικου Ρεμπέτικου.
Στην ίδια εκπομπή ο εξαίρετος τραγουδιστής Μάνος Κουτσαγγελίδης απέδωσε έναν αμανέ. Η μετάδοση αυτού του αμανέ έγινε σε συνδυασμό με την αναφορά στο θάνατο του Γρηγόρη Λαμπράκη, ο οποίος δολοφονήθηκε από μέλη του Δεξιού Παρακράτους τον Μάη του 1963 στη Θεσσαλονίκη. Ο Λαμπράκης ήταν βουλευτής της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, γνωστής και ως ΕΔΑ. Όπως αναφέρθηκε στην εκπομπή ο αναφερόμενος βουλευτής υπήρξε και μαραθωνοδρόμος.
Τώρα όμως ας επανέλθουμε στους καλλιτέχνες οι οποίοι ερμήνευσαν τα τραγούδια που συνδέθηκαν με τα προαναφερόμενα γεγονότα. Πρέπει να πω ότι η αυθεντικότητα στην ερμηνεία του Θανάση Ζερλεντέ αναδεικνύεται όλο και περισσότερο μέσα από τις πρόσφατες εκπομπές του προγράμματος 'Ονείρου Ελλάς'. Όμως, κατά την προσωπική μου γνώμη, θα έπρεπε να δοθεί στον Θανάση κάποια μεγαλύτερη ευκαιρία ώστε να προβάλει την ικανότητα του και στο παίξιμο του μπαγλαμά. Ο αναφερόμενος καλλιτέχνης ήταν επίσης που έκλεισε την εκπομπή της 14ης Μαρτίου, αποδίδοντας το τραγούδι του Μάρκου ‘Μάνα μου με Σκοτώσανε’. Όσο για τον Μάνο Κουτσαγγελίδη, έχω ήδη αναφερθεί στην ιδιαίτερη ικανότητα που ο συγκεκριμένος ερμηνευτής διαθέτει για κομμάτια Σμυρναίικου ύφους, (αναζητήστε αρχείο αφιερωμένο στον καλλιτέχνη) .


Π. Σκούρτης
19/3/2010

15 Απρ 2010

ΤΡΙΧΟΡΔΟ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΧΟΡΔΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΚΑΙ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ

Οι ερευνητές και οι λάτρεις του Ρεμπέτικου και του Λαϊκού Τραγουδιού και κυρίως αυτοί, γνωρίζουν ότι υπάρχουν δυο είδη μπουζουκιών, το τρίχορδο και το τετράχορδο. Οι παραπάνω ονομασίες δεν αφορούν ακριβώς τον αριθμό χορδών που γενικά έχουν τα μπουζούκια, αλλά αναφέρονται στα ζεύγη χορδών διαθέτουν. Δηλαδή ενώ όλα τα μπουζούκια είναι διπλόχορδα, το τρίχορδο έχει τρία ζευγάρια τέλια - όπως ονομάζονται οι χορδές στη γλώσσα των μπουζουξήδων - και το τετράχορδο τέσσερα.
Το τρίχορδο μπουζούκι, δηλαδή στην πραγματικότητα εξάχορδο, είναι αυτό που χρησιμοποιήθηκε στα Ρεμπέτικα της Πειραιώτικης Σχολής. Με άλλα λόγια, πρόκειται για το είδος του οργάνου που πέρασε στη δισκογραφία από τις ηχογραφήσεις του Μάρκου Βαμβακάρη. Όμως, λέγεται ότι, ακόμα και το κούρντισμα του τρίχορδου μπουζουκιού που χρησιμοποίησε στις ηχογραφήσεις του ο Μάρκος, δεν ήταν το ίδιο με αυτό που χρησιμοποιείται σήμερα και πως το σημερινό κούρντισμα του τρίχορδου ΡΕ ΛΑ ΡΕ, επινοήθηκε από τον μπουζουξή Γιώργο Μανέτα.
Αλλά και το τετράχορδο ή οχτάχορδο μπουζούκι τελικά ανακαλύπτουμε ότι υπήρχε σε πολλές μορφές. Το είδος τετράχορδου μπουζουκιού που έγινε ευρύτερα γνωστό, είναι αυτό που, στις μέρες μας, αποφάσισε να λανσάρει ο Μανόλης Χιώτης προσθέτοντας ένα παραπάνω τέλι στο τρίχορδο μπουζούκι της εποχής του. Πολλά λέγονται τόσο για τα καλλιτεχνικά κίνητρα και το έναυσμα που οδήγησε τον Χιώτη στη συγκεκριμένη τροποποίηση, αλλά και για τις ανατροπές που προκλήθηκαν στο χώρο της λαϊκής μουσικής απ’ αυτή την απόφασή του. Για τη σχέση όμως του Χιώτη με τη μουσική και το μπουζούκι, έχω μιλήσει σε άλλο άρθρο, (αναζητήστε αρχείο Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ- ΜΑΝΟΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ).
Τώρα θα περιοριστώ στο να αναφερθώ στα είδη τετράχορδου μπουζουκιού που προηγήθηκαν της εποχής του Χιώτη. Σύμφωνα με μαρτυρία του δημοφιλούς δεξιοτέχνη στο μπουζούκι Θανάση Πολυκανδριώτη, το πρώτο τετράχορδο κατασκευάστηκε για τον σολίστα Στέφανο ή Στεφανάκη Σπιτάμπελο. Όπως διατείνεται ο Πολυκανδριώτης μέσα από την τηλεοπτική εκπομπή ‘Μονόγραμμα’, το μπουζούκι αυτό το έφερε ο Σπιτάμπελος από την Αμερική και ένα τέτοιο όργανο είδε ο Χιώτης και αποφάσισε να κάνει τη δική του μετατροπή στο τρίχορδο. Στο βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ, υπάρχει μια φωτογραφία όπου εικονίζεται ο Σπιτάμπελος να ποζάρει κρατώντας αυτό το έγχορδο. Απ’ όσο μπορούμε να διακρίνουμε, το συγκεκριμένο μουσικό όργανο μοιάζει με κιθάρα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι το σημερινό τετράχορδο μπουζούκι.
Εντούτοις, εκτός από τα όσα διατείνεται ο Πολυκανδριώτης στην εκπομπή ‘Μονόγραμμα’, σύμφωνα και με άλλες πηγές, το τετράχορδο μπουζούκι υπήρχε και πολύ πριν την εποχή του Σπιτάμπελου. Τις συγκεκριμένες πληροφορίες τις βρίσκουμε στην αυτοβιογραφία του Γιώργου Ζαμπέττα. Εκεί διαβάζουμε ότι ένα είδος τετράχορδου μπουζουκιού έπαιζαν ο παππούς και ο πατέρας του πασίγνωστου δεξιοτέχνη και συνθέτη. Ο Ζαμπέττας γεννήθηκε το 1925, οπότε καταλαβαίνει κανείς πόσο πίσω πάει αυτή η ιστορία. Άλλωστε, υπάρχει και η μαρτυρία για τον τυπογράφο Γιώργο Σκούρτη, ο οποίος έπαιζε τετράχορδο μπουζούκι πολύ πριν βγάλει ο Μάρκος το τρίχορδο στη δισκογραφία, δηλαδή νωρίτερα από το 1933.
Το τετράχορδο μπουζούκι όμως που έπαιζαν ο παππούς και ο πατέρας του Γιώργου Ζαμπέττα, μαθαίνουμε ότι επίσης ήταν πολύ διαφορετικό από αυτό που υπάρχει σήμερα. Οι ονομασίες ανά δυο τέλια ήσαν ίδιες και επιπλέον ταυτόσημες με αυτές του σημερινού τρίχορδου. Δηλαδή αντί για ΝΤΟ, ΦΑ, ΛΑ, ΡΕ που είναι τώρα στο τετράχορδο, τότε υπήρχε ένα ΛΑ παραπάνω απ’ ό,τι στο σημερινό τρίχορδο μπουζούκι, με άλλα λόγια ΡΕ, ΛΑ, ΡΕ, (ΛΑ).
Κλείνοντας, ας πούμε λίγα λόγια ακόμα για τον Μανόλη Χιώτη. Από την εποχή που άρχισε να χρησιμοποιείται το είδος τετράχορδου μπουζουκιού το οποίο λάνσαρε εκείνος, η δεξιοτεχνία τείνει να θεωρείται συνώνυμη με τη ταχύτητα στο παίξιμο. Αλλά - βέβαια κατά την προσωπική μου πάντα γνώμη - δεν έχουν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ο ίδιος ο Χιώτης μπορεί να υπήρξε πράγματι δεξιοτέχνης, όμως αυτό δεν οφείλεται μόνον στο γεγονός ότι το παίξιμό του είχε ταχείς ρυθμούς. Το συγκεκριμένο προσόν του θα ήταν ανάξιο λόγου αν στη μουσική του δεν υπήρχε διάχυτο και το συναίσθημα. Αν εξετάσουμε τα πράγματα γενικότερα, η δυνατότητα κάποιου μπουζουξή να παίζει απλώς γρήγορα, αλλά χωρίς την ικανότητα να χρωματίζει το παίξιμό του με συναίσθημα, δεν μπορεί να θεωρείται δεξιοτεχνία. Γιατί, μην ξεχνάμε ότι στις μέρες μας, ταχύτητα σε μια τέτοια ενέργεια με τις καινούργιες τεχνολογίες μπορεί εύκολα να επιτευχθεί, όπως π.χ. με έναν ανθρωπόμορφο υπολογιστή, δηλαδή ένα ρομπότ. Οπότε είναι παράλογο το προσόν της ταχύτητας και μόνο αυτό να ορίζει τον δεξιοτέχνη .

Π. Σκούρτης
9 -4 - 2010

14 Απρ 2010

Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ,- Ο ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΙΩΤΗΣ

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΕΚΔΟΧΕΣ ΤΗΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ
ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΕΣ ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΟΛΙΣΤΑ ΣΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ

Φέτος συμπληρώνονται 40 χρόνια από το θάνατο του Μανόλη Χιώτη. Το τηλεοπτικό πρόγραμμα της ΝΕΤ «Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ», το οποίο παρουσιάζει ο Χρήστος Βασιλόπουλος κάθε Δευτέρα βράδυ, μετέδωσε εκπομπή-αφιέρωμα σ’ αυτόν τον πρωτοπόρο μουσικό, κυρίως δεξιοτέχνη σολίστα του μπουζουκιού, αλλά επίσης συνθέτη και καινοτόμο όσον αφορά την εξέλιξη του οργάνου. Ο Μανόλης Χιώτης είδε το φως της ζωής, ακριβώς εκατό χρόνια μετά από την εποχή που οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρκων. Γεννήθηκε το 1921 στη Θεσσαλονίκη. Παρόλ’ αυτά - κάνοντας παίγνιο με τον τίτλο ενός τραγουδιού του Τσιτσάνη - θα μπορούσε να πει κανείς πως ο Χιώτης έζησε 'περιπλανώμενη ζωή', αφού μεγάλωσε στο Ναύπλιο και στο Λεωνίδιο Κυνουρίας, πήγε στην Αμερική και πέθανε στην Αθήνα από καρδιακή προσβολή το 1970.
Η σταδιοδρομία αυτού του σπουδαίου μουσικού ως σολίστα, λέγεται ότι ξεκίνησε δίπλα στον ομότεχνό του και - εκείνη την εποχή καταξιωμένο - συνθέτη Δημήτρη ή Μήτσο Γκόγκο, γνωστότερο ως Μπαγιαντέρα. Λέγεται επίσης πως πολλά από τα τραγούδια τα οποία έπαιξε ο τότε έφηβος Μανόλης, αλλά και πολλές από τις πρώτες δικές του συνθέσεις ερμήνευσε ο Στράτος Παγιουμτζής. Αυτά, σύμφωνα με πληροφορίες που δεν αναφέρθηκαν στην εκπομπή για την οποία μιλήσαμε παραπάνω, αλλά αν θυμάμαι καλά, τις έχω κατά καιρούς ακούσει και αναφέρονται επίσης στο βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου «ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ».
Ο καλλιτέχνης στον οποίο αναφερόμαστε έμεινε στην ιστορία του Λαϊκού Τραγουδιού - κατά την προσωπική μου πάντα γνώμη - βασικά για δύο λόγους: πρώτον για την καινοτομία που έκανε στο μπουζούκι μετατρέποντάς το από τρίχορδο σε τετράχορδο όργανο και δεύτερον για τις δημιουργίες λατινογενούς ύφους, άρα και γρήγορου ρυθμού, που αυτή η μετατροπή τον βοήθησε να αποδώσει. Τούτος ήταν ο λόγος που στην αρχή αυτού του άρθρου ανέφερα τον Χιώτη περισσότερο ως δεξιοτέχνη σολίστα και πρωτοπόρο, παρά ως συνθέτη. Ωστόσο, και κάποιες από τις δημιουργίες του που έχουν τη μουσική φόρμα του κλασικού ρεμπέτικου, είναι εξίσου αξιόλογες με αυτές που βασίζονται σε πιο αλέγκρους ρυθμούς. Ένα από τα τραγούδια που ανήκει στην πρώτη κατηγορία είναι το βαρύ ζεϊμπέκικο «Του Πόνου το Ποτήρι», γνωστότερο και με τον τίτλο «Σύρτε και Φέρτε τον Παπά».
Τώρα όμως ας επανέλθω στις καινοτομίες που έκανε ο αναφερόμενος καλλιτέχνης στο μπουζούκι. Σημειωτέον ότι ανήκω στους υποστηριχτές της άποψης πως το ηχόχρωμα του τρίχορδου είναι πιο αυθεντικό απ’ αυτό του τετράχορδου. Παρόλ’ αυτά, πιστεύω το εξής: αυτή η καινοτομία στο μπουζούκι ίσως τελικά να ήταν αναγκαία για την εξέλιξη του οργάνου και την εξάπλωση της δημοτικότητάς του. Και τούτο, παρά την άποψη του Τάκη Μπίνη που υποστηρίζει ότι ο Χιώτης ‘έγδαρε το μπουζούκι’. Άλλωστε, θεωρώ πως αν ο συγκεκριμένος σολίστας δεν ήταν δεξιοτέχνης πρωτίστως στο τρίχορδο μπουζούκι, δεν θα μπορούσε να έχει τη γρηγοράδα από την οποία διακρίθηκε το παίξιμό του στο τετράχορδο. Για του λόγου το αληθές, η δεξιοτεχνία του στο τρίχορδο μπουζούκι ακούγεται σ’ έναν δίσκο που έχει τίτλο «ΠΑΙΞΕ ΜΟΥ ΧΙΩΤΗ ΜΠΟΥΖΟΥΚΑΚΙ». Ο δίσκος αυτός είναι συλλεκτικός και δεν υπάρχει στο εμπόριο. Ακούγοντάς τον, διακρίνουμε αρκετά στοιχεία της τεχνικής που θα αναπτύξει ο Χιώτης όταν αργότερα θα παίξει τετράχορδο μπουζούκι.
Υποστηρίζεται πως ο αναφερόμενος σολίστας μεταξύ άλλων καινοτομιών που έκανε ήταν και ο πρώτος που μετέτρεψε το μπουζούκι, εκτός από τρίχορδο σε τετράχορδο, επίσης από συμβατικό σε ηλεκτρικό. Σύμφωνα με μαρτυρία του μπουζουξή Γιάννη Σταματίου, γνωστότερου ως Σπόρου, η οποία μεταδόθηκε από το τηλεοπτικό μουσικό πρόγραμμα του Κώστα Φέρρη ‘Ονείρου Ελλάς’, για τη μετατροπή αυτή αρχικά χρησιμοποιήθηκε ενισχυτής γραμμοφώνου. Ο Σπόρος - κορυφαίος δεξιοτέχνης κι αυτός που θεωρείται ο δεύτερος εαυτός του Χιώτη - διατείνεται ότι, μετά από εκείνη την πρώτη τροποποίηση σε ηλεκτρικό, ‘το όργανο μπορεί να μην είχε καλό ήχο, αλλά ένταση είχε’.
Ο Μανόλης Χιώτης παντρεύτηκε τρείς φορές. Η πρώτη σύζυγός του ήταν η Ζωή Γρυπάρη, γνωστότερη ως Ζωή Νάχη, πασίγνωστη καλλιτέχνιδα του Ελληνικού Τραγουδιού Ευρωπαϊκού Τύπου, δηλαδή εκείνου του μουσικού είδους που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε Ελαφρό Τραγούδι. Από αυτό το γάμο απέκτησε δύο παιδιά, τον Διαμαντή- που σήμερα ακούγεται ότι ακολουθεί τον καλλιτεχνικό δρόμο του πατέρα του- και τη Μαρία. Δεύτερη γυναίκα του ήταν η Μαίρη Λίντα, με την οποία ως γνωστόν έκαναν μεγάλες επιτυχίες και αποτέλεσαν διάσημο καλλιτεχνικό ζευγάρι. Ο τρίτος γάμος του ήταν πάλι με τραγουδίστρια, την Μπέμπα Κυριακίδου.
Εδώ όμως ας επανέλθουμε στην εκπομπή του Χρήστου Βασιλόπουλου για την οποία μιλήσαμε και στην αρχή αυτού του άρθρου. Πριν από ένα χρόνο περίπου και συγκεκριμένα στις 20 Ιουνίου του 2009, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω την ίδια ακριβώς εκπομπή μέσω Διαδικτύου. Αυτό δεν θα υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος να το αναφέρω, αν δεν είχα την βεβαιότητα ότι , μεταξύ της τηλεοπτικής και διαδικτυακής εκδοχής της ίδιας εκπομπής, υπάρχουν διαφορές οι οποίες μπερδεύουν το θεατή. Για παράδειγμα, ο Μανόλης Χιώτης υπήρξε, ως γνωστόν, ο βασικός σολίστας στη λαϊκή εκδοχή του έργου «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Στην διαδικτυακή εκδοχή ακούμε τον Μίκη Θεοδωράκη να μας λέει ότι ο Χιώτης τον επισκέφτηκε στο στρατόπεδο όπου τον είχαν κρατούμενο και πληροφορούμαστε επίσης ότι λίγο μετά από αυτή την επίσκεψη ο σολίστας έπαθε
το επεισόδιο που του αφαίρεσε τη ζωή. Δεν αναφέρεται όμως ότι κατά την επίσκεψη αυτή συνελήφθη και κακοποιήθηκε από τους φρουρούς του Θα ήθελα λοιπόν να πω ότι δεν μπορώ να εξηγήσω ποιος μπορεί να είναι ο λόγος που δικαιολογεί τόση διαφοροποίηση μεταξύ τηλεοπτικής και διαδικτυακής εκπομπής του ίδιου προγράμματος. Προς τι αυτό το μπέρδεμα;

Πάνος Σκούρτης
25 -3 -2010

17 Μαρ 2010

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΗ ΓΡΑΦΗ ΛΑΪΚΟΥ ΣΤΙΧΟΥ ΣΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΤΕΧΝΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Πολλοί υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα του ‘σήμερα’ δεν μπορούν να εκφραστούν με λαϊκό στίχο κι αυτός είναι ο λόγος που στις μέρες μας δεν γράφονται στίχοι για γνήσια λαϊκά τραγούδια. Αναφέρομαι ειδικά στον στίχο, γιατί όσον αφορά τους ρυθμούς των τραγουδιών (ζεϊμπέκικα, χασάπικα, κλπ. ) αυτοί έχουν χρησιμοποιηθεί και σε άλλα μουσικά είδη, όπως π.χ. το Έντεχνο Λαϊκό Τραγούδι. Ως γνωστόν, το μουσικό είδος που κυρίως έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε ‘Λαϊκό Τραγούδι’, είναι η μετεξέλιξη του Ρεμπέτικου. Χρησιμοποιώ τη φράση ‘έχουμε συνηθίσει ν’ αποκαλούμε’, επειδή στην πραγματικότητα και το Ρεμπέτικο μια μορφή Λαϊκού Τραγουδιού είναι. Όπως λοιπόν το λεγόμενο ‘Λαϊκό’ θεωρείται η μετεξέλιξη του Ρεμπέτικου, έτσι και το ‘Έντεχνο’ είναι η μετεξέλιξη του Λαϊκού Τραγουδιού.
Το θέμα όμως αυτού του άρθρου δεν είναι η Μουσική αλλά ο Στίχος. Όπως προείπαμε, υποστηρίζεται πως στις μέρες μας υπάρχει πρόβλημα στο να αποδοθούν τα διατρέχοντα στον καιρό μας με λαϊκό στίχο. Αν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο, θεωρώ ότι το πρόβλημα δεν πρέπει να αναζητηθεί σε αδυναμία αυτού του στίχου να καταγράψει τα ‘ντέρτια’ του καιρού μας. Μάλλον αυτή η δυσκολία καταγραφής οφείλεται στο γεγονός ότι πολλές από τις καταστάσεις που βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι είναι περίπλοκες. Δύσκολα λοιπόν αποδίδονται με αμεσότητα και απλότητα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη γραφή του λαϊκού στίχου.
Εδώ βέβαια μπορεί να υπάρξει κάποιος αντίλογος. Το μουσικό είδος στο οποίο αναφερόμαστε ως ‘έντεχνο λαϊκό τραγούδι’ στηρίχθηκε κυρίως σε δημιουργίες που, ναι μεν ήσαν βασισμένες σε λαϊκούς ρυθμούς, αλλά δεν είχαν καθόλου απλά λόγια. Αυτό το είδος τραγουδιού που δεν βασίστηκε σε στίχους απλών στιχουργών αλλά αξιόλογων πνευματικών δημιουργών στο χώρο της ποίησης, εμφανίστηκε, αναπτύχθηκε και άνθισε κυρίως στις δεκαετίες ‘60 – ’70. Μάλιστα, εκείνη η εποχή υπήρξε μια περίοδος αναζητήσεων όχι μόνο στο Τραγούδι και σε άλλους καλλιτεχνικούς τομείς, αλλά και στον πνευματικό χώρο γενικότερα. Σήμερα αυτό το μουσικό είδος θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίζαμε και ‘Λόγιο Λαϊκό Τραγούδι’, παρότι εκ πρώτης όψεως ένας τέτοιος χαρακτηρισμός φαντάζει αντιφατικός.
Άλλωστε, ο όρος ‘έντεχνο’ είχε σχέση περισσότερο με τη μουσική παρά με τον στίχο. Είχε να κάνει πιο πολύ με το γεγονός ότι οι συνθέτες αυτών των τραγουδιών γνώριζαν τη γλώσσα του πενταγράμμου σε αντίθεση με πολλούς ομότεχνούς τους στο χώρο της παραδοσιακά λαϊκής μουσικής. Στις μέρες μας όμως, ακόμα και στο χώρο που μόλις αναφέραμε, πολύ περισσότεροι συνθέτες απ’ όσο παλιότερα έχουν διευρύνει τις γνώσεις τους σχετικά με τη γλώσσα του πενταγράμμου. Άρα στο λαϊκό τραγούδι με ποιητικό στίχο, σήμερα ταιριάζει ο όρος ‘λόγιο’ και δεν παρουσιάζει αντίφαση.
Ανεξάρτητα όμως απ’ όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με το ‘λόγιο λαϊκό τραγούδι’, περίπου την ίδια εποχή, δηλαδή στις δεκαετίες 60-70, εμφανίστηκαν και κάποιοι καινούργιοι εκπρόσωποι στο χώρο της στιχουργίας. Αυτοί, ναι μεν έγραψαν στίχους αποκλειστικά για μελοποίηση, πολλοί από τους οποίους επενδύθηκαν με λαϊκούς ρυθμούς, αλλά στα τραγούδια αυτά υπήρχε το στοιχείο του κοινωνικού προβληματισμού πιο έντονο απ’ ό,τι στο ρεμπέτικο, παρότι εκφραζόταν με έναν Λόγο πολύ πιο ‘ποιητικό’ από εκείνον της απλής λαϊκής στιχουργίας. Κλασικοί εκπρόσωποι αυτής της σχολής ήσαν μεταξύ άλλων ο Νίκος Γκάτσος, ο Μάνος Ελευθερίου, ο Δημήτρης Χριστοδούλου, ο Κώστας Βίρβος και φυσικά ο πολυγραφότατος Λευτέρης Παπαδόπουλος.
Τώρα, για να επανέλθω στο θέμα που κυρίως μας απασχολεί, δηλαδή στην άποψη ότι ο λαϊκός στίχος παρουσιάζεται ανεπαρκής στο να εκφράσει τους προβληματισμούς των καιρών μας, θα ήθελα να επισημάνω το εξής: Πιστεύω ότι, η διαφορά των παλαιότερων στιχουργών του συγκεκριμένου χώρου με τους σημερινούς, κατόπιν των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι προφανής. Τότε, ακόμα κι εκείνοι που επιθυμούσαν να δημιουργήσουν ένα είδος λαϊκού στίχου με ύφος κάπως ‘λόγιο’, δεν θεωρούσαν πως προκειμένου να πετύχουν το σκοπό τους έπρεπε να καταφεύγουν σε ακαταλαβίστικα λεκτικά σχήματα, με ακατανόητα και βαρύγδουπα νοήματα, όπως συμβαίνει με πολλούς από τους σημερινούς στιχουργούς. Δυστυχώς, εκείνο που επιδιώκεται συστηματικά στις μέρες μας, είναι η πολυπλοκότητα στην έκφραση. Κυρίως αυτό είναι το πρόβλημα που εμποδίζει τον σημερινό στιχουργό να επικοινωνήσει με το κοινό του με τον τρόπο που ταιριάζει στη γραφή του λαϊκού στίχου, άμεσα και χωρίς φιοριτούρες.

Π. Σκούρτης
31 -10- 2007