23 Οκτ 2010

ΕΥΡΥΤΗΤΑ ΗΧΟΥ

ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ, ΤΑΧΥΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΒΑΣΙΚΗ ΔΙΑΦΟΡΑ ΣΤΟ ΠΑΙΞΙΜΟ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥ ΤΡΙΧΟΡΔΟΥ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΧΟΡΔΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΟΥ

Στον χώρο του Ρεμπέτικου και του Λαϊκού Τραγουδιού είναι γνωστό ότι χρησιμοποιούνται δυο είδη μπουζουκιών, το εξάχορδο ή τρίχορδο και το οχτάχορδο ή τετράχορδο μπουζούκι. Το τρίχορδο είναι το είδος μπουζουκιού που ακούγεται στις αυθεντικές ηχογραφήσεις των ρεμπέτικων της Πειραιώτικης Σχολής και το οποίο πέρασε στη δισκογραφία, στο τοπίο της Λαϊκής Μουσικής, με την εμφάνιση του Μάρκου Βαμβακάρη. Όσο για το τετράχορδο, η πιο γνωστή στις μέρες μας μορφή οχτάχορδου ή τετράχορδου είναι αυτή που λάνσαρε ο Μανόλης Χιώτης προσθέτοντας ένα παραπάνω τέλι στο τρίχορδο μπουζούκι της εποχής του.
Τεχνικές λεπτομέρειες, όσον αφορά τα δύο είδη μπουζουκιών έχω ήδη αναφέρει στο άρθρο ΤΡΙΧΟΡΔΟ ΚΑΙ ΤΕΤΡΑΧΟΡΔΟ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ ΚΑΙ ΔΕΞΙΟΤΕΧΝΙΑ. Εδώ, θα μιλήσουμε για το ποιο από τα δυο είδη μπουζουκιού παράγει αυθεντικότερη μουσική, ζήτημα για το οποίον οι γνώμες διχάζονται. Υπάρχουν βέβαια κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι, για το πώς θα αποδοθεί καλλίτερα μια μελωδία, δεν έχει σημασία τι είδος μπουζουκιού – ή οποιουδήποτε άλλου οργάνου-παίζει κάποιος σολίστας, αλλά ο τρόπος με τον οποίον παίζει αυτό το όργανο. Σίγουρα, σε γενικές γραμμές, κάτι τέτοιο ισχύει. Όμως, ειδικότερα σε σχέση με το μπουζούκι- άλλωστε μόνο γι’ αυτό μπορώ να εκφέρω γνώμη - πιστεύω πως το τρίχορδο προσφέρει στον σολίστα τη δυνατότητα να επιδείξει τις δεξιοτεχνικές του ικανότητες περισσότερο απ’ ό,τι το τετράχορδο. Βέβαια το τετράχορδο δίνει στον σολίστα τη δυνατότητα για περισσότερη ευχέρεια στο παίξιμο. Για του λόγου το αληθές θα ήθελα να αναφερθώ στον αλησμόνητο λαϊκό συνθέτη και δεξιοτέχνη σολίστα του τρίχορδου Μιχάλη Γενίτσαρη. Στη συνέντευξη που είχε δώσει στον Άρη Σκιαδόπουλο και η οποία μεταδόθηκε από την τηλεοπτική εκπομπή του τελευταίου ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ, ο καλλιτέχνης αναφέρει περίπου τα εξής: η ευκολία στο παίξιμο του τετράχορδου σε σχέση με του τρίχορδου έγκειται στο ότι η απόσταση μεταξύ των μουσικών φθόγγων είναι μικρότερη στο τετράχορδο απ’ όσο στο τρίχορδο. Αυτό προσφέρει τη δυνατότητα στον σολίστα του τετράχορδου να παίζει με μεγαλύτερη ταχύτητα.
Σίγουρα η δεξιοτεχνία είναι μια ικανότητα η οποία, από τον καιρό που ο Μανόλης Χιώτης μετέτρεψε το μπουζούκι από τρίχορδο σε τετράχορδο, έχει ταυτιστεί με την ταχύτητα. Για μένα όμως, όπως έχω επανειλημμένα τονίσει, το αν κάποιος μπουζουξής διαθέτει την ικανότητα του δεξιοτέχνη, δεν σχετίζεται απαραιτήτως με τον ταχύ ή όχι ρυθμό παιξίματος, αλλά μάλλον με το πόσο ευρύ ήχο μπορεί να δημιουργήσει κατά την απόδοση της μελωδίας. Και όπως σημειώνει και πάλι ο Μιχάλης Γενίτσαρης, η μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ των φθόγγων είναι εκείνη που δημιουργεί την ευρύτητα και άρα το παίξιμο του τρίχορδου είναι πιο γλυκόηχο σε σχέση με του τετράχορδου.
Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι στο άρθρο που μνημονεύεται στην αρχή αυτού του κειμένου, από άγνοια ή λάθος, αναφέρω πως το κούρδισμα του τετράχορδου μπουζουκιού είναι Ντο, Φα, Λα, Ρε. Σύμφωνα όμως με τον Παναγιώτη Κουνάδη και με όσα υποστηρίζει στον τόμο 14 των βιβλίων που συνοδεύουν τη σειρά δίσκων 'Τα Ρεμπέτικα', το κούρδισμα του τετράχορδου είναι Ρε, Λα, Ρε, Σολ. Αν λοιπόν κατέγραψα λανθασμένη πληροφορία, αυτό δεν οφείλεται στην δική μου αμέλεια να το ψάξω. Εκείνος που με ενημέρωσε σχετικά, πήρε αυτή την πληροφορία από κάποιον που έπαιζε τετράχορδο μπουζούκι, άρα, υπέθεσα ότι έπρεπε να γνωρίζει αυτή διαδικασία. Αναφέρομαι στη συγκεκριμένη λεπτομέρεια όχι βέβαια για να δικαιολογήσω την αβλεψία μου, αλλά για να αποκαταστήσω την λανθασμένη πληροφορία που έδωσα στους αναγνώστες μου.

Π. Σκούρτης
29/9/2010

12 Οκτ 2010

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ

Ο ΛΑΙΚΟΣ ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ, Ο ΧΡΥΣΟΣ ΔΙΣΚΟΣ ΤΟΥ, ΤΟ ΝΕΟ ΚΥΜΑ ΚΑΙ Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

Σήμερα στον λαϊκό μουσικό χώρο σπανίζουν οι εκπρόσωποι του τραγουδιού που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν γνήσιοι λαϊκοί καλλιτέχνες. Βέβαια ερμηνευτές και ερμηνεύτριες που διαθέτουν εκφραστικότητα και μπορούν να αποδώσουν σωστά τα λαϊκά τραγούδια, υπάρχουν αρκετοί. Όμως, πιστεύω ότι λίγοι είναι εκείνοι που ερμηνεύοντας, χρωματίζουν τη φωνή τους ακριβώς με την κατάλληλη δόση από το πάθος και το μεράκι που απαιτείται, ιδιαίτερα για την ερμηνεία τραγουδιών τα οποία ανήκουν στο συγκεκριμένο μουσικό είδος. Ένας καλλιτέχνης από αυτούς τους λίγους, που όμως χάθηκε πρόωρα, ήταν ο τραγουδιστής Κώστας Κόλλιας.
Ο Κόλλιας έγινε ευρύτερα γνωστός το 1980, όταν έκανε επιτυχία το τραγούδι ‘Έρωτά μου Αγιάτρευτε’. Το συγκεκριμένο τραγούδι έδωσε τον τίτλο σε μια ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά όπου, σε όλα τα κομμάτια, τη μουσική είχε γράψει ο Τάκης Σούκας και τους στίχους ο Ηρακλής Παπασιδέρης. Οι ίδιοι συντελεστές δημιούργησαν για τη φωνή του Κόλλια μια ακόμη σειρά τραγουδιών - της οποίας δεν γνωρίζω τον τίτλο-, ενώ ακολούθησε ένας δίσκος με μουσική του μπουζουξή Αντώνη Κατινάρη, που είχε τίτλο ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΚΕΛΑΙΔΙΣΜΑΤΑ. Τρεις δημιουργίες του Αντώνη Κατινάρη υπάρχουν, μεταξύ άλλων τραγουδιών, και στο άλμπουμ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ - Ο ΧΡΥΣΟΣ ΔΙΣΚΟΣ, το οποίο μάλλον δημιουργήθηκε μετά το θάνατο του ερμηνευτή. Αυτά τα τρία τραγούδια του Κατινάρη ηχογραφήθηκαν το 1978. Δεν γνωρίζω αν, αργότερα, είχαν περιληφθεί και στην ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά του συνθέτη με ερμηνευτή τον Κόλλια, ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΚΕΛΑΙΔΙΣΜΑΤΑ, που - σύμφωνα με τον ερευνητή Κώστα Μπαλαχούτη - ηχογραφήθηκε το 1982. Οι τίτλοι αυτών των τριών τραγουδιών είναι: ‘Δώδεκα η Ώρα Νταν’, ‘Γυρνώ Ξενύχτης’ και ‘Νιτσί Καλέ’. Έχω την εντύπωση πως το τραγούδι ‘Νιτσί Καλέ’ δεν είναι από αυτά που πρωτοείπε ο Κόλλιας, αλλά μάλλον το είχε πρώτος τραγουδήσει ο Στράτος Διονυσίου. Πιθανότατα, ο τίτλος να παραπέμπει στο Ιτσί Καλέ που, αν δεν κάνω λάθος, ήταν μια περιοχή της Σμύρνης, αλλά για χιουμοριστικούς λόγους ή και για τις ανάγκες καλύτερης απόδοσης του στίχου από τον τραγουδιστή, να έγινε ‘Νιτσί Καλέ’.
Εδώ θα ήθελα να κάνω μια παρένθεση και να επισημάνω πως μέχρι και κάποια χρόνια πριν, μιλώντας κανείς για χρυσό δίσκο, δεν εννοούσε μόνον αυτόν που, ανεξαρτήτως ποιότητας του περιεχομένου του, είχε κάνει ορισμένο αριθμό πωλήσεων, αλλά κι εκείνον που περιελάμβανε πράγματι τα καλύτερα τραγούδια των καλλιτεχνών. Αυτό διαπιστώνεται ακούγοντας μεταξύ άλλων και τους χρυσούς δίσκους των Βαγγέλη Περπινιάδη και Παναγιώτη Μιχαλόπουλου, ενώ ισχύει και για τον ερμηνευτή του οποίου ο χρυσός δίσκος κυρίως σχολιάζεται σε αυτό το άρθρο.
Ας ξαναγυρίσουμε όμως στον ίδιο τον Κώστα Κόλλια, για να πούμε ότι η χρονιά που έγινε ιδιαίτερα γνωστός μπορεί να ήταν το 1980, ωστόσο, μελετώντας τα στοιχεία που καταγράφονται στο άλμπουμ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ Ο ΧΡΥΣΟΣ ΔΙΣΚΟΣ, διαπιστώνει κανείς πως υπάρχουν ηχογραφήσεις του τραγουδιστή που έγιναν πολύ νωρίτερα, ακόμα και πριν από τη συνεργασία του με τον Κατινάρη και συγκεκριμένα από το 1976, όταν ερμήνευσε κάποιες συνθέσεις των Βασίλη Βασιλειάδη και Γιώργου Μπούρα. Με την ευκαιρία αυτή να πούμε ότι στο περιοδικό ΛΑΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ και συγκεκριμένα στο τεύχος των μηνών Μαϊου-Ιουνίου2010, το ‘Αν Σε Χάσω, Αν…’ καταγράφεται ως τίτλος δίσκου στη δισκογραφία του Βασιλειάδη. Σύμφωνα με τον Γιώργο Τσάμπρα, η μουσική του κομματιού με τον προαναφερόμενο τίτλο ανήκει στον Μπούρα και ως σύνθεση του ίδιου καταγράφεται και στο άλμπουμ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ-Ο ΧΡΥΣΟΣ ΔΙΣΚΟΣ. Όμως δεν αποκλείεται, στο παρελθόν, ο τίτλος αυτού του τραγουδιύ να είχε χρησιμοποιηθεί ως ονομασία κάποιου δίσκου του Κόλλια ο οποίος μα περιελάμβανε συνθέσεις και του Μπούρα και του Βασιλειάδη.
Ο μπουζουξής Γιώργος Μπούρας είναι ο συνθέτης πολλών τραγουδιών που ερμήνευσε ο Γιώργος Μαργαρίτης στα πρώτα του βήματα. Προσωπικά πάντως προτιμώ τα τραγούδια που ο συγκεκριμένος δημιουργός συνέθεσε για να τα αποδώσει ο Κώστας Κόλλιας από αυτά για τον Μαργαρίτη. Πιστεύω πως η φωνή του τελευταίου αξιοποιήθηκε πολύ αργότερα σε τραγούδια άλλων συνθετών. Παρεμπιπτόντως, ο Μπούρας έχει δημιουργήσει και τραγούδια για τη φωνή του Γιάννη Κόλλια, αδελφού του Κώστα.
Το μόνο κομμάτι που δεν με ικανοποιεί από το άλμπουμ ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ - Ο ΧΡΥΣΟΣ ΔΙΣΚΟΣ, είναι το τραγούδι ‘Τα Μάτια σου τ’ Αράπικα’. Ο λόγος γι’ αυτό δεν είναι πως η ερμηνεία του τραγουδιστή υστερεί συγκρίνοντάς την με άλλα τραγούδια του ίδιου δίσκου, αλλά το ότι υπάρχει από μέρους μου μια έντονη υποψία πως εδώ έχει χρησιμοποιηθεί μέρος, τόσο της μελωδίας όσο και του στίχου, από το τραγούδι ‘Αλεξανδριανή Φελάχα’, όχι του Μάρκου αλλά του Γιάννη Παπαϊωάννου.. Κι αυτό, χωρίς να κάνουν τον κόπο, τόσο ο Μπούρας όσο και η στιχουργός Παρασκευή Πολίτου, για την απαραίτητη τροποποίηση έτσι ώστε να μη γίνεται αντιληπτό. Σε αυτό το σημείο να προσθέσουμε πως η Παρασκευή Πολίτου έχει γράψει τους στίχους σε όλα τα τραγούδια του Μπούρα τα οποία περιλαμβάνονται σε αυτό το άλμπουμ.
Παρενθετικά να πω ότι δεν γνωρίζω αν η Πολίτου έχει κάποια συγγένεια με τον Δημήτρη Πολίτη, ιδρυτή και διευθυντή της μικρής δισκογραφικής εταιρείας ΠΟΛΥΦΩΝ στην οποία, μεταξύ άλλων συνθετών, έδινε τραγούδια και ο Μπούρας και όπου ηχογραφούσαν τόσο ο Κόλλιας όσο και ο Μαργαρίτης όταν πρωτοξεκίνησε. Σήμερα η ΠΟΛΥΦΩΝ δεν υπάρχει. Τα δικαιώματα των τραγουδιών που ηχογραφούνταν εκεί έχουν αγοραστεί από άλλη εταιρία. Ο Κώστας Κόλλιας είχε μεταγραφεί στη ΜΙΝΟΣ και στον επόμενο δίσκο του επρόκειτο να περιληφθούν τραγούδια σε μουσική Αντώνη Ρεπάνη. Μ’ όλο που ο ερμηνευτής απ’ αυτή τη δουλειά δεν πρόλαβε να ηχογραφήσει παρά μόνον έξη κομμάτια - αφού σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό - ο δίσκος τελικά συμπληρώθηκε με κάποια τραγούδια του ίδιου συνθέτη που απέδωσε η Έλενα Κωστή, μια εκπρόσωπος του μουσικού ρεύματος που παλιότερα είχε χαρακτηριστεί ως Ελληνικό Νέο Κύμα. Άλλοι καλλιτέχνες- εκπρόσωποι αυτού του μουσικού ρεύματος ήσαν η τραγουδίστρια Αρλέτα και ο συνθέτης Γιάννης Σπανός, ενώ στο ίδιο ρεύμα είχε ενταχθεί, στα πρώτα του βήματα, και ο τραγουδοποιός Διονύσης Σαββόπουλος.
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι θεωρώ πως εφάμιλλης αξίας τραγουδιστής με τον Κώστα Κόλλια είναι ο Στράτος Γεωργιόπουλος, εγγονός του κορυφαίου ερμηνευτή Παγιουμτζή. Όμως ξεκαθαρίζω το εξής: Πιστεύω πως αυτό ισχύει μόνο από πλευράς ‘στόφας’ στη φωνή και όχι ομοιότητας στην ερμηνεία.


Π. Σκούρτης
21 - 8 - 2010

9 Οκτ 2010

ΣΠΥΡΟΣ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ

Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΞΗ ΣΠΥΡΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ
ΚΑΙ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ


Όταν έγραφα για την καλλιτεχνική πορεία του μπουζουξή Γιάννη Σταματίου ή Σπόρου - με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου του ΜΕ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΑ ΦΩΤΑ- σε κάποιο σημείο του άρθρο ανέφερα και τους αδελφούς Ευσταθίου. Ο μεγαλύτερος, Μήτσος, που διακρίθηκε περισσότερο ως ερμηνευτής αλλά ήταν και μπουζουξής, έφυγε για πάντα από κοντά μας εδώ και αρκετά χρόνια. Όπως πληροφορήθηκα από το περιοδικό Λαϊκό Τραγούδι και συγκεκριμένα από το τεύχος των μηνών Μαϊου-Ιουνίου 2010, ο νεώτερος, ο Σπύρος - περισσότερο σολίστας του μπουζουκιού παρά τραγουδιστής - πέθανε πρόσφατα σε ηλικία 82 ετών.
Σχετικά με τον καλλιτέχνη τον οποίο μόλις ανέφερα, αντί να καταθέσω γεγονότα για τα οποία ίσως έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά, προτιμώ να μιλήσω για μια προσωπική εμπειρία. Κατά την δεκαετία του 80, έτυχε να βρίσκομαι στην Αμερική. Κάποια στιγμή λοιπόν, την περίοδο κατά την οποία διέμενα στη Φλόριντα, στο Μαϊάμι, στο Πανεπιστήμιο όπου φοιτούσα, πραγματοποιήθηκε ένα καλλιτεχνικό δρώμενο. Επρόκειτο για κάποια εκδήλωση που έγινε με αφορμή την παρουσίαση μιας ταινίας η οποία είχε ως θέμα τα Ρεμπέτικα. Τίτλος της: REBETIKA: THE BLUES OF GREECE. Στο σχετικό γλέντι που ακολούθησε την προβολή της ταινίας, οι πενιές του σολίστα που είχε κληθεί να παίξει μπουζούκι, με συγκλόνισαν. Εντυπωσιάστηκα από το γεγονός ότι μπορεί να υπάρχουν τόσο σπουδαίοι μπουζουξήδες στο εξωτερικό. Τελικά αποδείχθηκε ότι αυτός ο καταπληκτικός δεξιοτέχνης ήταν ο Σπύρος Ευσταθίου. Εκείνος, με τη σειρά του, φάνηκε εντυπωσιάζεται από το εξής: Ενώ τα τραγούδια που του ζητούσαν οι άλλοι να παίξε, ήσαν λίγο πολύ γνωστά και χιλιοτραγουδισμένα ρεμπέτικα, η δική μου ‘παραγγελιά’ ήταν το ‘Ένας Μάγκας στο Βοτανικό’. Επρόκειτο για την παραλλαγή του τραγουδιού που βγήκε στο όνομα των Στελάκη Περπινιάδη και Χαράλαμπου Βασιλειάδη, την οποία ερμήνευσε σε δίσκο ο Στέλιος Καζαντζίδης όταν η φωνή του ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που γνωρίσαμε αργότερα. Επισημαίνω τα περί παραλλαγής, γιατί, ως γνωστόν, στην ουσία πρόκειται για αδέσποτο κομμάτι.
Ο Σπύρος Ευσταθίου, που ήταν ο πρώτος από τους εκπρόσωπους του Ρεμπέτικου τους οποίους γνώρισα από κοντά, υπήρξε ένας πολύ εγκάρδιος και προσηνής άνθρωπος. Αργότερα, το 1993 τον συνάντησα και στην Ελλάδα, όταν πήγα και τον βρήκα να παίζει στο γνωστό στέκι του Μιχάλη Δασκαλάκη στο Πικέρμι. Το Κέντρο αυτό ονομαζόταν Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ και σήμερα δεν υπάρχει, όπως άλλωστε και ο δημιουργός του. Νομίζω πως το αναφερόμενο στέκι πρέπει να έκλεισε αρκετά χρόνια πριν από τον θάνατο του Δασκαλάκη. Και επισημαίνω κάτι τέτοιο, γιατί είναι γνωστό πως το σπίτι όπου διέμενε ο ‘Δάσκαλος’ όταν εμφανιζόταν στο μαγαζί, βρισκόταν στον ίδιο χώρο μ’ αυτόν της δουλειάς του, ενώ τα τελευταία χρόνια ο γνωστός λαϊκός βάρδος κατοικούσε στα Καλύβια Αττικής. Αν δεν κάνω λάθος, ο Μιχάλης Δασκαλάκης έφυγε για πάντα από κοντά μας στις 31 Ιανουαρίου του 2003 ή 2004.
Όμως για να επανέλθω στην επανασυνάντησή μου με τον ‘μπάρμπα Σπύρο’, στο στέκι Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ, αν και δεν κατορθώσαμε να πούμε πολλά, διαπίστωσα ότι με θυμόταν ακόμα. Δυστυχώς, κάποια χρόνια μετά, ο Σπύρος Ευσταθίου επέστρεψε και πάλι στην Αμερική, όχι όμως στο Μαϊάμι αλλά στην Αριζόνα ,όπου και πέθανε.
Αρκετό καιρό μετά από τη συνάντηση με τον Σπύρο στο κέντρο Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ, γνώρισα και τον αδελφό του το Μήτσο, αλλά οι αναμνήσεις από τη συμπεριφορά του απέναντί μου δεν μου είναι και πολύ ευχάριστες. Παρόλ’ αυτά πρέπει να πω ότι εκ των υστέρων χαίρομαι πολύ που τον συνάντησα γιατί η εμπειρία αυτή, μ’ όλο που ήταν αρνητική, δεν επηρέασε καθόλου την πεποίθησή μου ότι υπήρξε μεγάλος ερμηνευτής.


Π. Σκούρτης
30 -8 -2010

28 Σεπ 2010

ΣΠΟΡΟΣ: Νέος Δίσκος

Η ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΞΗ ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ
ΚΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΔΙΣΚΟΣ ΤΟΥ ΜΕ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΑ ΦΩΤΑ

Ο Γιάννης Σταματίου δεν είναι μόνο ένας δεξιοτέχνης σολίστας του μπουζουκιού, αλλά ανήκει και στους κορυφαίους του είδους. Στον χώρο της Ρεμπέτικης και Λαϊκής Μουσικής τον έμπασαν οι προγενέστεροι ομότεχνοί του, τα αδέλφια Μήτσος και Σπύρος Ευσταθίου. Παρενθετικά να πούμε πως ο Μήτσος Ευσταθίου πολύ πριν από το 1967 - την εποχή που άρχισε να εμφανίζεται ως ερμηνευτής - είχε διατελέσει και μπουζουξής. Ωστόσο, αυτός που ανέδειξε τον Σταματίου ήταν ο Μανόλης Χιώτης, ο οποίος, επειδή ο Γιάννης ήταν πολύ μικρός όταν πρωτοξεκίνησε, του κόλλησε και το παρατσούκλι ‘Σπόρος’.
Ο Σπόρος εξελίχτηκε σε τόσο κορυφαίο δεξιοτέχνη που συχνά, όταν δεν μπορούσε να παίξει ο Χιώτης σε ηχογραφήσεις τραγουδιών του, τον αντικαθιστούσε εκείνος. Εκτός όμως από συνθέσεις του Χιώτη έχει παίξει και σε αναρίθμητα τραγούδια άλλων. Μια περίπτωση όπου η πενιά του είναι χαρακτηριστική, αποτελεί η ηχογράφηση του τραγουδιού ‘Το Πουκάμισο’, το οποίο είναι δημιουργία του Βασίλη Τσιτσάνη. Στην παραλλαγή όπου παίζει ο Σταματίου - το διατυπώνω έτσι γιατί δεν γνωρίζω αν αυτή είναι η μόνη ηχογράφηση του αναφερόμενου κομματιού – τραγουδάει ο Στέλιος Καζαντζίδης.
Στη δεκαετία του ‘50 ο Σπόρος ήταν μεταξύ πολλών εκπροσώπων του Ρεμπέτικου που, όπως και τόσοι άλλοι, αποφάσισαν να μεταναστεύσουν στην Αμερική. Λέγεται μάλιστα πως αρκετοί απ’ όσους πήραν αυτή την απόφαση όταν γύρισαν στην Ελλάδα είχαν πλέον ξεχαστεί και δεν ήταν εύκολο να ενταχθούν και πάλι στο χώρο. Μεταξύ αυτών ήσαν ο Χάρης Λεμονόπουλος, ο Γιάννης Τατασόπουλος, ο Δημήτρης Στεργίου ή Μπέμπης και διάφοροι άλλοι.
Κατά την προσωπική μου γνώμη - τουλάχιστον όσον αφορά τους σολίστες – τούτο συνέβη και για τον εξής λόγο: κατά τη διαμονή τους στο εξωτερικό αποφάσισαν να υιοθετήσουν έναν τρόπο παιξίματος που ήταν πολύ πιο εφετζίδικος από αυτόν που χρησιμοποιούσαν πριν, προκειμένου να εντυπωσιάζουν τους μετανάστες. Μετά την επιστροφή τους στην Ελλάδα λοιπόν, αυτός ο ‘εισαγόμενος’ τρόπος ίσως να μην ήταν αποδεκτός από τους υπεύθυνους των δισκογραφικών εταιριών αλλά κυρίως από τους ντόπιους φίλους του Ρεμπέτικου.
Ο Γιάννης Σταματίου έχει, εκτός των άλλων, ηχογραφήσει και τρεις σολιστικούς δίσκους, που όλοι κυκλοφορούν από την εταιρία ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ. Το ΣΠΟΡΟΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ, ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ και τελευταία το ΜΕ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΑ ΦΩΤΑ. Σε αντίθεση με τους δυο προηγούμενους που περιλαμβάνουν κομμάτια τα οποία χαρακτηρίζονται από τον τρόπο παιξίματος που αναφέραμε πιο πάνω, στο ΜΕ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΑ ΦΩΤΑ το παίξιμο είναι περισσότερο δεξιοτεχνικό και λιγότερο εφετζίδικο.
Σύμφωνα με συνέντευξη του σολίστα στον Γιώργο Τσάμπρα, την ιδέα του τίτλου εμπνεύστηκε από το γεγονός ότι αποφάσισε να παίξει όλα τα κομμάτια σε νυχτερινές ώρες. Όμως, ακόμα και τη συγκεκριμένη λεπτομέρεια να μη γνωρίζαμε, μας δημιουργείται μια τέτοια εντύπωση καθώς τα κομμάτια του δίσκου διαπνέονται από μια ξεχωριστή απαλότητα. Δηλαδή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο πρόσφατος δίσκος του Γιάννη Σταματίου ΜΕ ΧΑΜΗΛΩΜΕΝΑ ΦΩΤΑ, περιλαμβάνει μελωδίες που όχι μόνο αποδίδονται με δεξιοτεχνικό τρόπο, αλλά είναι και ατμοσφαιρικές.
Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω ότι ανήκω σ’ αυτούς τους υποστηρικτές της λαϊκής μουσικής που πιστεύουν ότι το εντυπωσιακό παίξιμο δεν συμβαδίζει απαραιτήτως με το δεξιοτεχνικό. Ας μην ξεχνάμε πως από τον καιρό που ο Μανόλης Χιώτης μετέτρεψε το τρίχορδο μπουζούκι της εποχής του σε τετράχορδο, αυτοί οι δύο τρόποι παιξίματος τείνουν να ταυτίζονται. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι ένας δεξιοτέχνης σολίστας που σέβεται τον εαυτό του δεν θα έχει και στιγμές που επιθυμεί να εντυπωσιάσει. Όμως θεωρώ ότι ο εντυπωσιασμός δεν πρέπει να γίνεται αυτοσκοπός. Με άλλα λόγια, πρωταρχικό μέλημα ενός δεξιοτέχνη σολίστα πρέπει να είναι το να δημιουργήσει στον ακροατή και άλλα συναισθήματα πέραν του εντυπωσιασμού.

Π. Σκούρτης
20/8/2010

11 Αυγ 2010

ΚΑΡΔΑΣΗΣ - ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΔΑΣΗΣ
ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ ΣΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΛΑΙΚΟΥΣ


ΕΝΑΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΓΡΑΦΕΙ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΡΕΥΝΗΤΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ

Ο Βασίλης Καρδάσης, καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης, έγραψε ένα βιβλίο για τον αξέχαστο δημοσιογράφο, αθλητικογράφο, μα κυρίως ακούραστο ερευνητή του Λαϊκού Τραγουδιού Πάνο Γεραμάνη. Το βιβλίο έχει τίτλο ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ ΣΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΛΑΙΚΟΥΣ και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ.
Πιστεύω πως ο δημιουργός αυτού του συγγραφικού πονήματος έχει καταπιαστεί μ’ ένα ιδιαίτερα δύσκολο έργο. Το να εξιστορήσει κανείς τη ζωή κάποιου άλλου χωρίς να προσφύγει σε μυθοπλασία, ούτως ή άλλως το θεωρώ δύσκολο. Πόσο μάλλον όταν ο άνθρωπος του οποίου η ζωή ερευνάται και περιγράφεται, είχε ο ίδιος ταχθεί στο να ερευνά τις ζωές άλλων και να καταγράφει ενδιαφέρουσες καταστάσεις και γεγονότα γύρω απ’ αυτές. Εδώ, είναι σημαντικό να πούμε ότι, σ’ αυτό το βιβλίο ο Καρδάσης κατορθώνει να αποφύγει τον σκόπελο της απλής αναφοράς σε πληροφορίες που θα θεωρούσαμε τετριμμένες και συνεπώς θα καθιστούσαν την ανάγνωση του πονήματος ανιαρή και βαρετή. Δηλαδή, δεν μας προσφέρει μια βιογραφία στην οποία παραθέτει μόνο στοιχεία για το πότε ο Πάνος Γεραμάνης γεννήθηκε ή για το πότε και πως έκανε αυτό ή εκείνο. Αντιθέτως, παράλληλα με τα γεγονότα που συνθέτουν τη ζωή του βιογραφούμενου, μας μεταφέρει και το κλίμα της εποχής κατά την οποία γεννήθηκε, έζησε και δημιούργησε ο Γεραμάνης.
Ο Πάνος Γεραμάνης είδε το φως της ζωής το 1945, μια εποχή που σημάδεψε καθοριστικά την κοινωνικοπολιτική ιστορία της πατρίδας μας.. Έτσι οι νεότεροι αναγνώστες πληροφορούνται για τα κοινωνικά φαινόμενα που επικρατούσαν εκείνη την περίοδο όπως και για κάποια από τα επόμενα χρόνια. Για παράδειγμα, ένα τέτοιο φαινόμενο αποτέλεσε η φυγή πολλών ανθρώπων από την περιφέρεια, τόσο προς την πρωτεύουσα όσο και προς το εξωτερικό. Επρόκειτο για ένα φαινόμενο που δημιούργησαν, μεταξύ άλλων, οι μετεμφυλιακές συνθήκες και ό,τι αυτές συνεπάγονταν.
Παρόμοια φαινόμενα εκείνη την εποχή ήσαν επίσης η προσήλωση του κόσμου στο ραδιόφωνο και η ανάπτυξη του ποδοσφαίρου ως λαοφιλούς αθλήματος των Ελλήνων. Η προσήλωση στο ραδιόφωνο ήταν το έναυσμα που δημιούργησε το ενδιαφέρον του Πάνου τόσο για το Λαϊκό Τραγούδι, όσο και για το ποδόσφαιρο, δυο κοινωνικά φαινόμενα που την αγάπη του γι αυτά την πέρασε στον κόσμο με το ίδιο πάθος.
Την ταχτική του Καρδάση να εντάσσει τα γεγονότα από τη ζωή του βιογραφούμενου στο κλίμα της περιόδου κατά την οποία αυτός ανδρώθηκε, ακλουθούν και οι ερευνητές του Ρεμπέτικου Νέαρχος Γεωργιάδης και Τάνια Ραχματούλινα. Αυτό ισχύει σε σχέση με τα βιβλία που οι αυτοί οι δυο ερευνητές έγραψαν από κοινού για τον Θόδωρο Δερβενιώτη και τον Κώστα Παπαδόπουλο. Θεωρώ ότι μια τέτοια προσέγγιση έχει οπωσδήποτε πολύ περισσότερο ενδιαφέρον από την ξερή παράθεση περιστατικών, αφού μ’ αυτόν τον τρόπο, εμμέσως μεν πλην σαφώς, ο συγγραφέας μεταφέρει στον αναγνώστη δεδομένα που ασφαλώς συνετέλεσαν στο να διαμορφώσουν το χαρακτήρα και την πορεία του βιογραφούμενου. Αρκεί βέβαια ο βιογράφος να γνωρίζει πως να περνάει ομαλά από την καταγραφή του γενικότερου κοινωνικού κλίματος σε αυτή των προσωπικών γεγονότων. Τόσο ο Καρδάσης όσο και ο Γεωργιάδης με την Ραχματούλινα το πετυχαίνουν αυτό στα πονήματά τους. Τα βιβλία των δύο τελευταίων, που έχουν τίτλο Ο ΘΟΔΩΡΟΣ ΔΕΡΒΕΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΤΕΜΦΥΛΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ και Ο ΠΑΓΚΑΝΙΝΙ ΤΟΥ ΜΠΟΥΖΟΥΚΙΟΥ, κυκλοφορούν και τα δυο από τις εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Κλείνοντας όμως ας ξαναγυρίσουμε στον Πάνο Γεραμάνη. Σε είδηση η οποία αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο σχετικά με την κυκλοφορία του βιβλίου που σχολιάζεται εδώ, ο Βαγγέλης Βαγγελάτος έγραφε πως ο ερευνητής ‘έφυγε’ το 2003. Πρόκειται για λανθασμένη πληροφορία. Είναι γνωστό πως το μοιραίο συνέβη δυο χρόνια αργότερα, δηλαδή το 2005. Επίσης, με την ευκαιρία αυτή, θα ήθελα να αναφερθώ σε κάποια λεπτομέρεια που είχα παραλείψει σε άρθρο που έγραψα μετά το θάνατο του Πάνου, και που αφορούσε το Πρόγραμμα ‘ΛΑΙΚΟΙ ΒΑΡΔΟΙ’ που ο Γεραμάνης παρουσίαζε στο Ραδιόφωνο. Ενώ τα τελευταία χρόνια αυτή η εκπομπή μεταδιδόταν στη συχνότητα των 103,7 στις επτά με οκτώ το βράδυ, τον πρώτο καιρό μετάδοσής της από την Ελληνική Ραδιοφωνία την παρουσίαζε από τη συχνότητα των 93,6 στις τέσσερις με πέντε το απόγευμα.

Π. Σκούρτης
7 -8 -2010

9 Ιουλ 2010

ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ‘Ονείρου Ελλάς’, ΟΙ ΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΠΑΛΙΩΝ ΔΙΣΚΩΝ ΜΕ ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ, Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΝΕΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΕΣ ΣΥΝΘΕΤΡΙΕΣ

Το πρόγραμμα ‘Ονείρου Ελλάς’ συνεχίζοντας το αφιέρωμα στη δεκαετία του ‘60 και έχοντας μπει πλέον στην περίοδο 1963 –‘64, ακολούθησε το ίδιο μοτίβο με αυτό των εκπομπών από τις 28 Φεβρουαρίου μέχρι και τις 14 Μαρτίου. Με άλλα λόγια, τα περισσότερα από τα τραγούδια που μεταδόθηκαν, δεν ήσαν απ’ αυτά που είχαν ηχογραφηθεί για πρώτη φορά στο συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, αλλά έγινε και πάλι μια προσπάθεια να συνδεθούν με κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις εκείνης της περιόδου.

Πριν προχωρήσουμε όμως στην ανάλυση της περιόδου 1963-‘64, θα πρέπει να κάνω μια παρένθεση και να πάω λίγο πίσω στον χρόνο. Περίπου προς τα τέλη του 1959 με αρχές του ‘60 εκτός από την εμφάνιση του όρου Αστικολαϊκό στον χώρο του Τραγουδιού, προέκυψε και μια άλλη εξέλιξη, ίσως με την πρώτη ματιά δυσάρεστη, αλλά πολύ σημαντική για την έρευνα στην Ιστορία του Ρεμπέτικου. Εκείνη την εποχή αποσύρθηκαν οι δίσκοι με τις πρώτες ηχογραφήσεις Ρεμπέτικων, δηλαδή αυτοί των 78 στροφών. Έτσι, ταυτόχρονα, παρουσιάστηκε μια ομάδα ανθρώπων με την επιθυμία και το ζήλο να ερευνήσουν και ν’ ανακαλύψουν στα παλαιοπωλεία τους 78άρηδες δίσκους με το συγκεκριμένο υλικό. Ανάμεσα σε αυτούς τους πρώτους συλλέκτες, που οι λάτρεις του Ρεμπέτικου τους ονόμασαν αργότερα ‘Ρεμπετολόγους’, πιο γνωστός είναι ο αξέχαστος Ηλίας Πετρόπουλος.

Στην εκπομπή που κυρίως θα σχολιαστεί σ’ αυτό το άρθρο έγινε ιδιαίτερη αναφορά στα διάφορα είδη λαϊκής μουσικής που αυτοί οι πρώτοι συλλέκτες άρχισαν να ανακαλύπτουν. Σε συνδυασμό με αυτή την αναφορά μεταδόθηκε το αδέσποτο ρεμπέτικο ‘Δε μου Λέτε, δε μου Λέτε’. Ως εισαγωγή σε αυτό το τραγούδι ο Μάνος Κουτσαγγελίδης απέδωσε έναν αμανέ. Όμως – κατά την άποψή μου- ο ερμηνευτής, σε αντίθεση με άλλες φορές, ‘τράβηξε’ τη φωνή του λίγο περισσότερο απ’ ό,τι ίσως θα έπρεπε. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και με τον Θανάση Ζερλεντέ, αν θυμάμαι καλά ήταν στην εκπομπή της 7ης Μαρτίου.

Καιρός όμως να μπούμε στην περίοδο 1963 –‘64 και σε αναφορές στις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις εκείνης της εποχής. Το 1963 το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδος Παύλος και Φρειδερίκη επισκέφτηκε το Λονδίνο. Εκεί, με αφορμή την περίπτωση του Αντώνη Αμπατιέλλου, (σχετικά: αρχείο 1960 –‘63), αποδοκιμάστηκε για τις φυλακίσεις των κουμουνιστών που τη συγκεκριμένη περίοδο λάβαιναν χώρα στην πατρίδα μας.

Ως γνωστόν, στο τραγούδι ‘Χαρέμια με Διαμάντια’ υπάρχει αναφορά σε παλάτια και βασίλισσες. Ήταν λοιπόν με αυτό το κομμάτι που άνοιξε η εκπομπή της 21ης Μαρτίου και το απέδωσε, με την αυθεντικότητα που χαρακτηρίζει την ερμηνεία του, ο Στράτος Γεωργιόπουλος. Αξίζει να σημειωθεί πως το τραγούδι ‘Χαρέμια με Διαμάντια’ –δημιουργία του Βασίλη Τσιτσάνη- το είχε για πρώτη φορά αποδώσει ερμηνευτικά μαζί με τον συνθέτη ο συνονόματος παππούς του Γεωργιόπουλου, ο αλησμόνητος Στράτος Παγιουμτζής. Πρέπει να πω πως αισθάνθηκα ιδιαίτερα ικανοποιημένος που ο Γεωργιόπουλος κλήθηκε να τραγουδήσει και πάλι ως πρώτη φωνή, δεδομένου ότι στις εκπομπές των προηγούμενων εβδομάδων απλώς συνόδευε κάποιους άλλους καλλιτέχνες από αυτούς που εμφανίζονται στο πρόγραμμα. Εντούτοις, δεν πιστεύω ότι καθυστερώντας να τραγουδήσει πρώτη φωνή σε αυτό το διάστημα, ο Στράτος αδικήθηκε. Και τούτο, γιατί θεωρώ πως τα περισσότερα από τα τραγούδια που μεταδόθηκαν σε αυτές τις εκπομπές δεν θα του ταίριαζαν ως βασικού ερμηνευτή. Το πρόγραμμα της 21ης Μαρτίου έκλεισε επίσης ο ίδιος ερμηνευτής με το κομμάτι ‘Ο Πάρης’. Αυτή η δημιουργία του Γιώργου Μουφλουζέλη αποδόθηκε ακριβώς με τη χιουμοριστική διάθεση που της ταιριάζει αφού – όπως άλλωστε συμβαίνει και με τα περισσότερα τραγούδια του συγκεκριμένου συνθέτη- πρόκειται για σατυρικό κομμάτι. ‘Ο Πάρης’ ίσως να ήταν και το μόνο τραγούδι από όσα μεταδόθηκαν που πρέπει να πρωτοηχογραφήθηκε κατά την περίοδο στην οποία αφιερώθηκε η συγκεκριμένη εκπομπή. Το 1964 ήταν άλλωστε η χρονιά κατά την οποία είχε αρχίσει να γίνεται γνωστός ο Μουφλουζέλης.

Κατά την περίοδο 1963-64 κορυφώθηκαν στην Κύπρο αναταραχές οι οποίες βέβαια είχαν ξεκινήσει πολύ νωρίτερα. Σε συνδυασμό με την αναφορά σε αυτά τα γεγονότα ,μεταδόθηκε το τραγούδι ‘Κυπριακό’. Το κομμάτι, σε μουσική Θέσιας Παναγιώτου, ερμήνευσε με πολλή ευαισθησία η Θεοδοσία Στίγκα. Στην εκπομπή της 16ης Ιανουαρίου μεταδόθηκε ένα άλλο κομμάτι της Παναγιώτου, το ‘Σαμπάχ Αμάν’, το οποίο είχε επίσης αποδώσει η Στίγκα. Όπως σε εκείνο το τραγούδι έτσι και στο ‘Κυπριακό’, οι στίχοι ανήκουν στον επιμελητή και παρουσιαστή του προγράμματος ‘Ονείρου Ελλάς’ και γνωστό σκηνοθέτη Κώστα Φέρρη.

Απ’ όσο γνωρίζω η Θέσια Παναγιώτου είναι ταχτική συνεργάτιδα του Φέρρη. Αυτή συντονίζει το μουσικό μέρος των παραστάσεων που ανεβάζει ο γνωστός σκηνοθέτης για το Ρεμπέτικο, ενώ έχει επίσης αναλάβει τη μουσική επιμέλεια του προγράμματος ‘Ονείρου Ελλάς’. Εντούτοις, μέχρι πρότινος, θεωρούσα ότι ο ρόλος της σ’ αυτά τα δρώμενα ήταν απλώς να διασκευάζει παλιά κομμάτια. Τώρα όμως αποδεικνύεται ότι πρόκειται για τη δεύτερη γυναικεία παρουσία στο χώρο της λαϊκής σύνθεσης, μετά τη Βάσω Αλαγιάννη, η οποία εμπνέεται κομμάτια που μπορεί μεν να είναι σύγχρονα αλλά ταυτόχρονα να είναι γνήσια λαϊκά.

Π. Σκούρτης

29 - 3 -2010

9 Ιουν 2010

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 2

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 2
Το 2007 κυκλοφόρησε η συλλογή ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, ένα βιβλίο με δέκα αστυνομικές ιστορίες οι περισσότερες από τις οποίες είναι γραμμένες από νέους συγγραφείς. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε το ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 2 που είναι ανάλογου περιεχομένου. Όπως στο πρώτο έτσι και στο δεύτερο βιβλίο την επιμέλεια ανέλαβε ο δημοσιογράφος Ανταίος Χρυσοστομίδης. Και οι δύο αυτές συλλογές κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ.
Σε αντίθεση με το πρώτο βιβλίο ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ, όπου παρουσιάζονται ιστορίες δέκα συγγραφέων, οι συμμετέχοντες στη συλλογή ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 2 είναι δεκατρείς. Κάποιοι από τους συγγραφείς που είχαν συμμετάσχει και στην πρώτη συλλογή, έχουν δώσει κείμενά τους και στην παρούσα. Πρόκειται για τους Ανδρέα Αποστολίδη, Αθηνά Κακούρη, Πέτρο Μάρκαρη, Πέτρο Μαρτινίδη, Τιτίνα Δανέλλη και Φίλιππο Φιλίππου. Από τους υπόλοιπους, άλλοι είναι ήδη γνωστοί και άλλοι, μ’ όλο που ήταν ήδη παρόντες στα Γράμματα, εμφανίζονται για πρώτη φορά στον χώρο της Αστυνομικής Λογοτεχνίας. Εξαίρεση αποτελεί ο Ιερώνυμος Λύκαρης, ο οποίος, με το κείμενό του ΚΑΝΕΝΑ ΕΛΕΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΡΟΥΣ ΜΑΣ ΦΙΛΟΥΣ, κάνει εδώ το συγγραφικό του ντεμπούτο.
Στο πρώτο βιβλίο τα στοιχεία του ψυχογραφήματος κι αυτά του αστυνομικού μυστηρίου φαίνεται να παίζουν εξίσου ουσιαστικό ρόλο, γιατί υπάρχουν στιγμές που το ψυχογράφημα βοηθάει ώστε να ενεργοποιηθεί η φαντασία του αναγνώστη και να φτάσει μόνος του στη λύση. Αντίθετα, στα ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 2 τα στοιχεία που συνθέτουν το ψυχογράφημα είναι εντονότερα εκείνων της κλασικά αστυνομικής πλοκής. Πολλά από τα διηγήματα που δημοσιεύονται σε αυτή τη συλλογή δεν μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε ως αστυνομικές ιστορίες με την τυπική έννοια του όρου. Αν επιχειρούσαμε κάτι τέτοιο, θα διαπιστώναμε πως συχνά υπάρχουν σημεία που φαίνονται ως κενά και ασάφειες και τα οποία δυσκολεύουν τον αναγνώστη να καταλάβει πού οδηγεί τα πράγματα ο συγγραφέας. Για παράδειγμα, το διήγημα του Ανδρέα Αποστολίδη IN THE PINEWOOD, με την πρώτη ματιά δεν φαίνεται να έχει καμιά απολύτως συνοχή, αλλά τελικά αποδεικνύεται ότι πρόκειται για τις περιπτώσεις διαφόρων εγκληματικών τύπων οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κατορθώνουν να επιπλέουν στην κοινωνία. Επίσης ασαφείς θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι ιστορίες ΒΑΘΙΑ ΓΑΛΑΖΙΑ ΛΙΜΝΗ του Φίλιππα Φιλίππου, Η ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ της Τιτίνας Δανέλλη και ΓΑΛΑΖΙΟΣ ΔΟΥΝΑΒΗΣ του Μανόλη Πιμπλή. Παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζει και το διήγημα του Κώστα Κατσουλάρη ΨΥΧΗ ΦΟΝΙΑ.
Το γεγονός πως σε ορισμένες ιστορίες ο αναγνώστης ανακαλύπτει κενά και ασάφειες, οφείλεται μάλλον στο ότι πολλοί από τους συγγραφείς της παρούσης συλλογής ενδιαφέρονται περισσότερο να προβάλουν τα αίτια που ‘καλλιεργούν’ στον άνθρωπο τη ροπή προς το έγκλημα (εύκολος πλουτισμός, κοινωνική άνοδος με αθέμιτα μέσα κ.λ.π.), παρά για το αν η λύση που δίνεται παραπέμπει σε αποτελέσματα που έχουν προκύψει από αστυνομική έρευνα. Εκείνο που συστηματικά επιδιώκεται είναι να τονιστεί ότι το ‘έγκλημα’ είναι μέρος της διάβρωσης που σήμερα έχει επεκταθεί σε όλο τον κοινωνικό ιστό. Έτσι, οι ένοχοι όχι μόνον δεν τιμωρούνται, αλλά τις πιο πολλές φορές, ακριβώς επειδή διαπράττουν τα εγκλήματά τους από θέση ισχύος, τους παρέχεται η ευκαιρία να μένουν στο απυρόβλητο. Άλλωστε αυτό ακριβώς υποστηρίζει και στον πρόλογό του ο επιμελητής του βιβλίου Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Κλασικά παραδείγματα της περίπτωσης που μόλις αναφέραμε αποτελούν τα διηγήματα ΚΑΠΝΟΣ και ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ, της Αθηνάς Κακούρη και του Τεύκρου Μιχαηλίδη αντίστοιχα. Στο πρώτο, ενώ υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την ταυτότητα του ενόχου, ο αστυνόμος Γεράκης επιλέγει να μην προχωρήσει στην έρευνα και να κλείσει την υπόθεση. Στο δεύτερο, παρότι ο ένοχος αποκαλύπτεται και ομολογεί το έγκλημά του, για λόγους φυλετικούς αλλά και προσωπικούς αυτό αποσιωπάται.
Σ’ αυτό το σημείο πιστεύω πως θα πρέπει να σταθούμε λίγο στις περιπτώσεις του Τεύκρου Μιχαηλίδη και του Παναγιώτη Αγαπητού. Πρόκειται για δυο συγγραφείς που προσπαθούν να συνδυάσουν το ‘έγκλημα’ με το αντικείμενο της επιστήμης τους. Ο Μιχαηλίδης είναι μαθηματικός και το πρώτο του αστυνομικό μυθιστόρημα, που κυκλοφόρησε το 2006 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία, είχε τίτλο ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ. Όσο για τον καθηγητή Βυζαντινολογίας Παναγιώτη Αγαπητό, στα δύο μυθιστορήματα που έχει εκδώσει στο παρελθόν, ΤΟ ΕΒΕΝΙΝΟ ΛΑΟΥΤΟ και Ο ΧΑΛΚΙΝΟΣ ΟΦΘΑΛΜΟΣ, κατορθώνει να συνδυάσει με μαεστρία το αστυνομικό μυστήριο με την ατμόσφαιρα που επικρατούσε στην εποχή των ενδιαφερόντων του. Εντούτοις, παρότι τα κείμενά τους που δημοσιεύονται στην παρούσα συλλογή ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΑΥΤΟΔΙΚΙΑΣ και Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ αντίστοιχα, παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον, θεωρώ πως η προσέγγιση δεν είναι επαρκής. Επιπλέον, ιδιαίτερα όσον αφορά το τέλος στο διήγημα Η ΝΥΧΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ, ο αναγνώστης μένει με την απορία πώς συμβαίνει ο δημοσιογράφος-θύμα να είναι και ο αφηγητής της ιστορίας.
Κλείνοντας, θα ήθελα να προσθέσω πως, κατά την άποψή μου, στη συλλογή ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ 2 οι ιστορίες που είναι γραμμένες με την κλασική συνταγή παρουσιάζουν περισσότερο ενδιαφέρον από αυτές που συγκαταλέγονται στα ψυχογραφήματα. Στις κλασικές αστυνομικές ιστορίες που εντυπωσιάζουν, κατατάσσονται, μεταξύ άλλων, και οι εξής: ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗ της Αμάντας Μιχαλοπούλου, ΟΙ ΠΙΟ ΩΡΑΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΠΙΟ ΑΠΙΣΤΕΣ του Πέτρου Μαρτινίδη και ΒΡΟΧΕΣ του Σέργιου Γκάκα. Μια εύθυμη νότα σε αυτό το ‘μωσαϊκό’ των τόσο διαφορετικών στη σύλληψή τους ‘αστυνομικών’ περιστατικών, αποτελεί το διήγημα του Πέτρου Μάρκαρη ΤΟ ΠΤΩΜΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ.

Παν. Σκούρτης
26/5/2010