22 Φεβ 2017

Οικογένεια Μ. Μάτσα



Η ΣΥΝΕΧΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΜΑΤΣΑ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΔΙΣΚΩΝ

            Ο σημαντικός ρόλος που έχει παίξει η οικογένεια Μάτσα στη διαμόρφωση του μουσικού τοπίου της χώρας μας είναι αδιαμφισβήτητος. Κι' αυτό ισχύει κυρίως για τον τομέα της δισκογραφικής παραγωγής στον οποίο τον προηγούμενο αιώνα δραστηριοποιήθηκε ο Μίνως Μάτσας, κεφαλή της οικογένειας.
            Ωστόσο, απ’ ό,τι έχει γίνει γνωστό τελευταία, αυτός ο θρυλικός εταιριάρχης,  εκτός από παραγωγός δίσκων και στιχουργός, υπήρξε και μουσικος. Ο Αβραάμ ή Μίνως Μάτσας που γεννήθηκε στην Πρέβεζα στις αρχές του 20ου αιώνα – το 1903 – μεγάλωσε στα Γιάννενα και πέθανε στην Αθήνα  στις 25 Σεπτεμβρίου του 1970, συνήθιζε να παίζει και κλαρίνο. Όμως η δραστηριότητά του αυτή δεν είναι συνδεδεμένη  με τις διάφορες κομπανίες που συμμετείχαν σε πανηγύρια, αλλά με τις Φιλαρμονικές μπάντες της γενέτειράς του.
            Ο γιος του Σαμουήλ ή Μάκης συνέχισε την οικογενειακή παράδοση αποκλειστικά στον χώρο παραγωγής δίσκων. Αλλά, όσον αφορά τους νεώτερους βλαστούς της οικογένειας - εγγόνια του Μίνου και παιδιά του Μάκη – οι δραστηριότητές τους στα μουσικά δρώμενα είναι μοιρασμένες. Η κόρη του Μάκη Μαργαρίτα διευθύνει τη δισκογραφική εταιρία ΜΙΝΩΣ, ενώ ο αδελφός της Μίνως δραστηριοποιείται κυρίως στον τομέα της μουσικής σύνθεσης.
Πολύ αξιόλογες δουλειές του νεώτερου Μίνου γνωρίζουμε από κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές, θεατρικές παραστάσεις, αλλά και από τη μελοποίηση στίχων.  Η μουσική επένδυση στο σήριαλ «ΤΟ ΝΗΣΙ» - μια πολύ πετυχημένη τηλεοπτική μεταφορά του ομότιτλου βιβλίου της Victoria Hilsop - είναι δική του. Έχει επίσης επενδύσει μουσικά την πολύ σημαντική κινηματογραφική παραγωγή του Γιάννη Σμαραγδή «Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟ ΧΑΒΙΑΡΙ», μια ταινία που έγινε διεθνώς γνωστή και στην οποία συμμετέχουν εκτός από Έλληνες και πολλοί ξένοι ηθοποιοί. Κι’ ακόμα είχε γράψει τη μουσική για τις παραστάσεις του Αριστοφανικού έργου «ΟΡΝΙΘΕΣ» που ανέβηκε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου στις 14 και 15 Αυγούστου του 2009, σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη.
Σ' αυτό το  σημείο θα πρέπει να σταθούμε σε μια σημαντική λεπτομέρεια που παρατηρείται στο μουσικό έργο του νεαρού Μίνου το οποίο εδώ σχολιάζουμε. Έχοντας ασχοληθεί με τη μουσική επένδυση κινηματογραφικών έργων αλλά και τηλεοπτικών σειρών, στις μελωδίες του ο συνθέτης έχει ενσωματώσει επιρροές από πολλαπλά μουσικά είδη.

28 Ιαν 2016

POLYPHONE-ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΤΙΝΑΡΗΣ, ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ

       Τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Μαργαρίτης έχει γίνει ένας από τους πιο αγαπημένους μου τραγουδιστές. Η αλήθεια είναι μία: πάντα πίστευα ότι αυτός ο τραγουδιστής διαθέτει πολλές εκφραστικές δυνατότητες, πλην όμως αυτό δεν είχε επιβεβαιωθεί μέχρι πρόσφατα. Την εποχή που α Μαργαρίτης συνεργαζόταν με την εταιρία POLYPHONE – κατά την δεκαετία του’70 με αρχές του ’80 – δεν του έδινα και μεγάλη σημασία. Θεωρούσα πως τα τραγούδια που ερμήνευε τότε, τον αδικούσαν. Δεν ήταν κατάλληλα για να βγουν στην επιφάνεια  οι δυνατότητες της φωνής του. Μου είχε δοθεί η εντύπωση ότι οι συνθέτες που συνέθεταν τότε  τραγούδια για τον συγκεκριμένο ερμηνευτή στηρίζονταν κυρίως στο λυγμικό στοιχείο που εκείνη την περίοδο κυριαρχούσε εκεί στην ερμηνεία του και δεν είχαν επιδιώξει να δώσουν έμφαση σε άλλα, πολύ σπουδαιότερα χαρακτηριστικά της φωνής του που αποκαλύφθηκαν αργότερα.
            Ωστόσο, κατά την ίδια εποχή που επικρατούσε αυτή η αντίληψη για τις ερμηνευτικές δυνατότητες του Μαργαρίτη ηχογραφήθηκαν στην  POLYPHONE  τρεις δίσκοι οι οποίοι εξαιρούνται από την περίπτωση που αναφέραμε παραπάνω. Πρόκειται για τους δίσκους ΕΣΥ ΜΙΛΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ, σε μουσική Τάκη Σούκα, Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ και ΑΚΟΥ ΤΙ ΘΑ ΠΩ. Ο πρώτος χαρακτηρίζεται ως ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά γιατί περιλαμβάνει τραγούδια ενός μόνο συνθέτη ενώ ο τρίτος, το ΑΚΟΥ ΤΙ ΘΑ ΠΩ, θεωρείται πολυσυλλεκτικός. Όσον αφορά τον δίσκο Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΠΥΡΕΤΟΣ, παρότι εκτός από δημιουργίες του Άκη Πάνου περιλαμβάνει και κάποια τραγούδια του Αντώνη Ρεπάνη, προσωπικά τον θεωρώ ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά. Κι’ αυτό γιατί ένας δίσκος με τραγούδια δύο μόνον συνθετών δεν νομίζω ότι μπορεί να χαρακτηριστεί «πολυσυλλεκτικός». Σε αυτούς τους τρεις δίσκους έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τις πολλαπλές δυνατότητες και την λαϊκή εκφραστικότητα στην ερμηνεία του Γιώργου Μαργαρίτη.
Στον πολυσυλλεκτικό δίσκο ΑΚΟΥ ΤΙ ΘΑ ΠΩ, τον οποίο κυρίως  σχολιάζουμε εδώ, έχουν περιληφθεί συνθέσεις των Αντώνη Ρεπάνη και Γιώργου Μπούρα, αλλά και του παλιότερο σε σχέση μ’ αυτούς Μπάμπη Μπακάλη. Εντούτοις τα περισσότερα τραγούδια είναι συνθέσεις του σολίστα και δεξιοτέχνη στο μπουζούκι Αντώνη Κατινάρη, ο οποίος φαίνεται ότι εκείνη την εποχή έχει αρχίσει να αποχωρεί από τις μεγάλες δισκογραφικές εταιρίες και να συνεργάζεται με μικρότερες. Εκτός από τις καινούργιες συνθέσεις του Κατινάρη που περιλαμβάνονται σ’ αυτόν το δίσκο, υπάρχει και μια σύνθεσή του σε στίχους της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου που παλιότερα είχε ερμηνεύσει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης.  Πρόκειται για το τραγούδι Του Ντερβίση το πιοτό. Στις καινούργιες συνθέσεις συγκαταλέγεται και το ομότιτλο του δίσκου τραγούδι Άκου τι θα πω, σε στίχους της Μάρως Μπιζάνη. Στον ίδιο δίσκο, στο συρτοτσιφτετέλι Σαν κι’ απόψε - που η δεύτερη στροφή του τραγουδιέται ως αμανές -, ακούγεται και η φωνή του συνθέτη να λέει: «πες τα Μαργαρίτη να μας τρελάνεις!»
Η συνεργασία όμως του Αντώνη Κατινάρη με την POLYPHONE δεν περιορίζεται στον  πολυσυλλεκτικό δίσκο με το Γιώργο Μαργαρίτη. Στην ίδια εταιρία ο συνθέτης ηχογραφεί και μια ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλειά με τίτλο ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΚΕΛΑΪΔΙΣΜΑΤΑ, όπου τα τραγούδια αποδίδονται ερμηνευτικά από την κατά τη γνώμη μου, πλέον ελπιδοφόρα, λαϊκή φωνή της δεκαετίας του’80, τον Κώστα Κόλλια που, δυστυχώς, έφυγε πρόωρα από τη ζωή. Παρότι ο Κόλλιας έγινε ευρύτερα γνωστός με τον δίσκο ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΑΓΙΑΤΡΕΥΤΕ σε μουσική του Τάκη Σούκα, κατά την 10ετία του ‘80, είχε πρωτοεμφανιστεί στη δισκογραφία το 1975. Ο δίσκος ΜΠΟΥΖΟΥΚΟΚΕΛΑΪΔΙΣΜΑΤΑ ηχογραφήθηκε το 1978 και όχι το 1982 όπως είχα αρχικά αναφέρει (κοίτα ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ-ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΛΛΙΑΣ).
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που με κάνουν να πιστεύω ότι ο συγκεκριμένος δίσκος του Κατινάρη είναι η πιο αντιπροσωπευτικά λαϊκή δουλειά του συνθέτη. Ένας από αυτούς είναι ότι, ενώ την δεκαετία του ’70 στις ορχήστρες που συνόδευαν λαϊκούς τραγουδιστές συμμετείχαν και όργανα άλλων ηχοχρωμάτων, εδώ κυριαρχεί ο ήχος από μπουζούκι και από άλλα συναφή με αυτό όργανα. Δεδομένου ότι στον δίσκο δεν περιλαμβάνεται κάποιο ομότιτλο τραγούδι, θεωρώ ότι ήταν από τον καθαρόαιμο λαϊκό ήχο της συγκεκριμένης ορχήστρας  που ο συνθέτης εμπνεύστηκε τον τίτλο του δίσκου.

Π. Σκούρτης
26/1/2016


8 Ιουν 2015

ΜΑΚΗΣ ΜΑΤΣΑΣ

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΚΙΖΑ: ΜΑΚΗΣ ΜΑΤΣΑΣ
ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟΛΜΗΜΑΤΑ

Παρασυρμένοι από την καθημερινότητα, είναι συνηθισμένο να μην αποδίδουμε σε κάποια γεγονότα την απαιτούμενη σημασία και να τα ξεπερνάμε. Όσο όμως απομακρυνόμαστε από παλιότερες εποχές και οι άνθρωποι που τα βίωσαν είτε αποσύρονται από την ενεργό δράση είτε φεύγουν από τη ζωή, είναι πολύ σημαντικό αυτές οι μαρτυρίες να καταγράφονται. Και τούτο όχι απλώς γιατί όσα σημαντικά συνέβησαν στο άμεσο παρελθόν γίνονται πλέον μέρος από τις μνήμες μας και είμαστε συναισθηματικά δεμένοι με αυτά, αλλά και για το λόγο ότι έχουν ως κάποιο βαθμό σημαδέψει τη ζωή μας. Αξίζει λοιπόν να τα μεταλαμπαδεύσουμε και στις επόμενες γενιές. Αναμφίβολα, ανάμεσα στα άλλα βιώματα και στις τόσες μνήμες σημαντικό ρόλο σε κάθε εποχή παίζει και η μουσική: μουσικά δρώμενα, ακούσματα, και συνθήκες ηχογράφησης και κυκλοφορίας τραγουδιών που κατά κάποιον τρόπο φορτίζουν συναισθηματικά την κάθε γενιά, μη εξαιρουμένων και των γενεών που αφήσαμε πίσω  μας.
Πριν από κάποια χρόνια ο ερευνητής στο χώρο της μουσικής - και ιδιαίτερα του Ρεμπέτικου – Παναγιώτης Κουνάδης έγραψε ένα βιβλίο-ντοκουμέντο για τον θρυλικό παραγωγό δίσκων και εταιριάρχη Μίνω Μάτσα. Το πόνημα αυτό που κυκλοφόρησε το 2007 από τις  εκδόσεις ΚΑΤΑΡΤΙ, επιγράφεται «Ο ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΜΙΝΩΣ». Πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα βιβλίο του Μάκη Μάτσα - γιου του Μίνωος ή Μίνου – με τίτλο «ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΚΙΖΑ», από τις εκδόσεις ΔΙΟΠΤΡΑ, όπου καταγράφονται μνήμες από την εποχή του Μίνου Μάτσα - πατέρα του συγγραφέα - καθώς και γεγονότα από την πορεία του ίδιου του Μάκη στον χώρο της δισκογραφίας. Επιπλέον στο προαναφερόμενο βιβλίο καταγράφονται και ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή της οικογένειας, όπως για παράδειγμα ο διωγμός που βίωσαν από τους Γερμανούς λόγω της Εβραϊκής καταγωγής τους.
Εδώ, πιστεύω ότι πρέπει να κάνω κάποιες επισημάνσεις σχετικά με τα πραγματικά ονόματα των μελών της οικογένειας, καθώς κι’ αυτά που κατ’ ανάγκην υιοθέτησαν προκειμένου να αποκρύψουν την καταγωγή τους για να γλυτώσουν από τους κατακτητές.  Σύμφωνα με τις σημειώσεις που υπάρχουν στο βιβλίο του Κώστα Χατζηδουλή  «ΒΑΣΙΛΗΣ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ Η ΖΩΗ ΜΟΥ, ΤΟ ΕΡΓΟ ΜΟΥ», το κανονικό όνομα του διευθύνοντα των εταιριών ODEON-PARLOPHONE - παρότι όλοι τον γνωρίζαμε ως Μίνω - αναφέρεται ως Αβραάμ Μάτσας. Ως Μίνως καταγράφεται και στο βιβλίο του γιού του που προαναφέραμε καθώς και σε μία πλατεία στα Γιάννενα που έχει αφιερωθεί στη μνήμη του και ονομάζεται Πλατεία Μίνωος Σ. Μάτσα.  Επίσης, το όνομα που χρησιμοποιούσε στην κατοχή ήταν Κωνσταντίνος Παπαδόπουλος. Όσο για το αληθινό όνομα του Μάκη είναι Σαμουήλ, όμως το υποκοριστικό Μάκης βγαίνει από το Γεράσιμος, όνομα που του είχε δοθεί προκειμένου να μην αποκαλύπτεται η καταγωγή και το θρήσκευμά του.
Στο βιβλίο «ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΡΚΙΖΑ» του Μάκη Μάτσα και συγκεκριμένα στην ενότητα που έχει τίτλο  ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ, ο συγγραφέας επιβεβαιώνει πολλές από τις λεπτομέρειες που αναφέρονται για τον πατέρα του στο πόνημα  του Κουνάδη. Για παράδειγμα, μας λέει ότι ο Μίνως, εκτός από μουσικός παραγωγός, ήταν και στιχουργός. Κάποιοι από τους στίχους του που μελοποιήθηκαν, κυκλοφόρησαν με το όνομά του, όμως, τους περισσότερους τους χάριζε σε φίλους και συνεργάτες του. Μάλιστα ο Μάκης μας μας δίνει την πρόσθετη πληροφορία ότι ο λόγος που το έκανε αυτό ο πατέρας του ήταν γιατί δεν ήθελε να πιστεύουν οι στιχουργοί πως τους ανταγωνίζεται κι’ ανακατεύεται στα χωράφια τους. Κάποια από τα ονόματα με τα οποία κυκλοφόρησαν στίχοι του Μίνου ήσαν Π. Οικονόμου, Μ. Μαργαρίτης, Μ. Σαλαχώρας κ.ά.
Σε προηγούμενο άρθρο μου, αφιερωμένο σε πρόσωπα που διακρίθηκαν παλιότερα στον χώρο της δισκογραφίας – εταιριάρχες – είχα γράψει ότι η ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ήταν αποτέλεσμα συγχώνευσης των εταιριών ODEON PARLOPHONE, οι οποίες ανήκαν στον Μίνω. Ωστόσο, δεν έχουν ακριβώς έτσι τα πράγματα. Κατά τον πρώτο καιρό της δημιουργίας της η ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ είναι μια καινούργια εταιρία που ιδρύθηκε από τον Μάκη Μάτσα και τον πατέρα του. Η καινούργια εταιρία που δημιουργήθηκε, ανέλαβε να διευθετήσει κάποια χρέη της ODEON προς την COLUMBIA.  Τα χρέη αυτά της ODEON προήλθαν από το γεγονός ότι, την προ ΜΙΝΩΣ εποχή, η  COLUMBIA ήταν η μόνη εταιρία που είχε εργοστάσιο κοπής δίσκων στην Ελλάδα, οπότε και οι δίσκοι που εκδίδονταν στην ODEON PARLOPHONE, αναγκαστικά, τυπώνονταν στην COLUMBIA. Έτσι ήρθε κάποια στιγμή που ο Μάτσας αδυνατούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του – δεν είχε χρήματα για  να πληρώσει ούτε τους υπαλλήλους του- με αποτέλεσμα να σταματήσει ακόμα και η διανομή δίσκων.  Επειδή όμως μέχρι να ορθοποδήσει, η νεοσύστατη εταιρία χρησιμοποιούσε και τα σήματα ODEON και PARLOPHONE, έγινε αρχικά γνωστή ως ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ- PARLOPHONE. Στη συνέχεια, αναγνωρίζεται ως ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ, μετέπειτα σκέτο ΜΙΝΩΣ και τώρα - που πλέον έχει συγχωνευτεί με την αγγλική ΕΜΙ -, ονομάζεται ΜΙΝΩΣ-ΕΜΙ.  Εδώ, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η ΜΙΝΩΣ είναι από τις λίγες δισκογραφικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα που, όταν συγχωνεύτηκε με εταιρία του εξωτερικού, ζητήθηκε από  τους ξένους εταίρους να παραμείνει στην καινούργια επωνυμία, ως συνθετικό, και το παλιό όνομα της εταιρίας.
Το σήμα ΜΙΝΩΣ εμφανίζεται για πρώτη φορά  στο δίσκο Ο ΣΤΑΘΜΟΣ, σε μουσική Μάνου Λοϊζου. Κάποια  χρόνια αργότερα ο δίσκος ΤΑ 18 ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη, γίνεται αφορμή για τον Μάκη Μάτσα να ιδρύσει νέο εργοστάσιο κοπής δίσκων στην Ελλάδα, την FABEL SOUND. Ο νεότερος  εταιριάρχης, κατά κάποιον τρόπο, αναγκάζεται να προβεί σ’ αυτήν την ενέργεια δεδομένου ότι εκείνη την περίοδο ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος έχει αποσυρθεί από την ενεργό δράση και οι Άγγλοι, στους οποίους ανήκει πλέον η COLUMBIA, βρίσκουν την ευκαιρία να μπλοκάρουν την διανομή στην εταιρία του Μάκη Μάτσα δίσκων του Θεοδωράκη.
Διαβάζοντας  το βιβλίο του Μάκη Μάτσα ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται ότι παλιότερα, οι ιθύνοντες στη δισκογραφία – όπως άλλωστε και σε πολλούς άλλους τομείς – δεν ήσαν απλώς επιχειρηματίες, δηλαδή άνθρωποι που καταλάμβαναν μια καρέκλα και ενδιαφέρονταν μόνο για το κέρδος, αλλά είχαν επίσης όραμα και μεράκι για τη δουλειά τους. Ήσαν «παραγωγοί» με την ευρύτερη σημασία της λέξης. Κοντολογίς, παρήγαγαν έργο, έκαναν προτάσεις, επιδίδονταν σε τολμήματα. ΄Ετσι τους βλέπουμε να διαθέτουν εκτός από επιχειρησιακή εμπειρία και μεγάλη διαίσθηση. Τους παρακολουθούμε να  καιροφυλακτούν, να ψυλλιάζονται και να πιάνουν τις ευκαιρίες πριν επωφεληθεί από αυτές  ο αντίπαλος. Κι’ αυτό είναι φανερό καθ’ όλη τη ροή της ιστορίας, διάχυτο σε όλο το χρονικό της εποχής.
Το 1933, ο Νίκος Χατζηαποστόλου, δημοφιλής συνθέτης από το χώρο  του μουσικού είδους που  εγώ ονομάζω Ελληνικό Τραγούδι Ευρωπαϊκού Ύφους, αλλά είναι ευρύτερα γνωστό ως Ελαφρό Τραγούδι,  προειδοποιεί τον Μίνω πως αν δεχτεί να ηχογραφηθούν στην ODEON-PARLOPHONE τραγούδια του Μάρκου Βαμβακάρη, αυτός θα διακόψει την συνεργασία του με την εταιρία. Όμως ο Μίνως, παρότι εκείνη την εποχή βρίσκεται μόλις στο ξεκίνημά του, αγνοεί την απειλή. Εντάσσει στο δυναμικό της εταιρίας του τον Μάρκο που παρεμπιπτόντως, είχε κάνει προηγουμένως μια αποτυχημένη απόπειρα να συνεργαστεί με την COLUMBIA. Παρομοίως, αρκετά χρόνια αργότερα, ο Μάκης Μάτσας - που στην ηλικία των 20 χρόνων του έχει ιδρύσει με τον πατέρα του την καινούργια εταιρία – επωφελείται από κάποιες, άστοχες κατά τη γνώμη του, κινήσεις της αντιπάλου και βγάζει τις πρώτες επιτυχίες. Το γεγονός ότι οι πρώτες επιτυχίες της ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ είναι δημιουργίες που προηγουμένως κυκλοφόρησαν από ανταγωνίστρια εταιρία έχει, νομίζω, ιδιαίτερη σημασία.
Η ιστορία έχει ως εξής: Η ΜΙΝΩΣ ΜΑΤΣΑΣ ΚΑΙ ΥΙΟΣ ιδρύεται το 1960 και οι πρώτες επιτυχίες της εταιρίας εμφανίζονται κατά την περίοδο 62-63. Το 1962 η COLUMBIA κυκλοφορεί τη σύνθεση του Απόστολου Καλδάρα «Ανεβαίνω Σκαλοπάτια» με ερμηνευτή τον Αντώνη Ρεπάνη. Ο Μάκης Μάτσας, κρίνοντας ότι ο Αντώνης Ρεπάνης είναι περισσότερο συνθέτης παρά ερμηνευτής, ηχογραφεί το ίδιο τραγούδι με ερμηνευτή τον Βαγγέλη Περπινιάδη. Ένα χρόνο αργότερα, κάτω από περίπου ανάλογες συνθήκες, ηχογραφείται στην ίδια εταιρία και το τραγούδι «Άπονη Ζωή», σύνθεση του πρωτοεμφανιζόμενου τότε Σταύρου Ξαρχάκου με ερμηνευτή τον Στέλλιο Καζαντζίδη. Εδώ ο Μάκης Μάτσας εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι στο δίσκο που έχει κυκλοφορήσει από την COLUMBIA με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, δεν περιλαμβάνεται το όνομα του στιχουργού – επίσης τότε πρωτοεμφανιζόμενου – Λευτέρη Παπαδόπουλου. Με την ευκαιρία να σημειώσουμε ότι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος – τον οποίον έκτοτε συνδέει με τον Μάκη μια στενή φιλία – είναι αυτός που υπογράφει τον κυρίως πρόλογο στο βιβλίο που εδώ σχολιάζεται. 
Σκόπιμο είναι επίσης να αναφερθούμε ακόμα σε μια λάθος κίνηση της αντίπαλης εταιρίας από την οποία επωφελήθηκε ο Μάκης Μάτσας. Θέλοντας να δώσει περισσότερη ώθηση στο Έντεχνο Λαϊκό Τραγούδι, ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος, της COLUMBIA, παραμέλησε όλους σχεδόν τους καλλιτέχνες που εκπροσωπούσαν το κατεξοχήν Λαϊκό. Έτσι ο γιος του Μίνου άδραξε την ευκαιρία και τους συγκέντρωσε στη δική του εταιρία. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η ιστορία  που αφορά την πρώτη εμφάνιση του Γιώργου Νταλάρα στη δισκογραφία. Ίσως ο Νταλάρας να μην είχε τραγουδήσει ποτέ, αν ο Μάκης δεν είχε διακρίνει ότι αυτός ο νεαρός κιθαρίστας διέθετε και φωνητικά προσόντα. Όταν η Καίτη Γκρέϋ πρότεινε στον εταιριάρχη να πάει σ’ ένα μαγαζί για να ακούσει κάποιον τραγουδιστή που της άρεσε πολύ, είχε κατά νου τον Γιάννη Ντουνιά. Στην ορχήστρα που συνόδευε τους τραγουδιστές έπαιζε κιθάρα ο Γιώργος Νταλάρας. Περιστασιακά όμως, έλεγε και κάποια τραγούδια. Κι’ έτσι λοιπόν ήταν που τον ανακάλυψε ο Μάκης και  αποφάσισε να τον προωθήσει.
Θεωρώ πως εδώ αξίζει να αναφερθώ και σε κάποια άλλα τολμήματα, τα οποία επίσης χαρακτηρίζουν το νεότερο Μάτσα. Η πρώτη ηχογράφηση του μουσικού έργου ΤΑ 18 ΛΙΑΝΟΤΡΑΓΟΥΔΑ, το οποίο συνέθεσε ο Μίκης Θεοδωράκης πάνω σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου, έγινε στο Παρίσι με ερμηνευτή τον Πέτρο Πανδή. Το 1973 ο Μάκης Μάτσας είναι αποφασισμένος να βγάλει αυτό το μουσικό έργο του Θεοδωράκη με τον Γιώργο Νταλάρα, παρότι  βρισκόμαστε στον έβδομο χρόνο της Απριλιανής Δικτατορίας. Πείθει λοιπόν τους Συνταγματάρχες ότι, απαγορεύοντας συνολικά τη μουσική του Θεοδωράκη, το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν αυτόν τον συνθέτη όλο και περισσότερο αγαπητό. Έτσι κατορθώνει να πάρει την άδεια να ηχογραφήσει το δίσκο. Παρά την άδεια όμως, ο κίνδυνος παραμονεύει. Γι’ αυτό η δουλειά γίνεται σε νυχτερινές ώρες, με χίλιες προφυλάξεις για το φόβο «καρφώματος». Σε αυτή την ηχογράφηση διευθυντής ορχήστρας είναι ο μαέστρος Γιάννης Διδύλης. Ωστόσο, ο δίσκος δεν κυκλοφορεί την συγκεκριμένη χρονιά αλλά την επόμενη. Γιατί η μέρα που βγήκαν οι πωλητές της εταιρίας στο δρόμο για να πληροφορήσουν το κοινό για την κυκλοφορία και να παρουσιάσουν και δείγματα του δίσκου, ήταν η 15η Νοεμβρίου. Δυο μέρες μετά έγιναν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Ένα άλλο περιστατικό που αποκαλύπτει την τόλμη που διέκρινε τον Μάκη Μάτσα καταγράφεται στην ιστορία που σχετίζεται  με τον απόντα πλέον από τη ζωή Μάριο Τόκα. Για πολλά χρόνια ήθελε ο εν λόγω καλλιτέχνης να συνεργαστεί με την ΜΙΝΩΣ, πλην όμως αυτή η συνεργασία δεν προέκυπτε. Όταν το 1987 ο συνθέτης παρουσίασε στην εταιρία τα  τραγούδια του δίσκου του ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, και πάλι, αν δεν συνέβαλε ο Μάκης Μάτσας με την εφευρετικότητά του, αυτή η συνεργασία δεν θα είχε φτάσει σε αίσιον τέλος. Διαπιστώθηκε ότι η ποίηση του Αραγκόν, στην οποία βασίζονταν οι συνθέσεις, ήταν πολύ ελεύθερη και ο στίχος δεν μπορούσε να δέσει ομαλά με τις μελωδίες. Τότε λοιπόν ο δαιμόνιος εταιριάρχης είχε την φαεινή ιδέα να διασκευάσουν τους στίχους έτσι ώστε να γίνουν πιο «τραγουδιστικοί». Γι’ αυτή τη διαδικασία δούλεψαν ο στιχουργός και φιλόλογος Ανδρέας Νεοφυτίδης, ο παραγωγός της εταιρίας Αχιλλέας Θεοφίλου, αλλά και ο Γιάννης Πάριος - ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, εκτός από ερμηνευτής είναι και αξιοπρόσεχτος στιχουργός. ΣΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ εκτός από τον Γιάννη Πάριο, τραγουδούν η Χαρούλα Αλεξίου, η Δήμητρα Γαλάνη και ο Διονύσης Θεοδόσης - πρωτοεμφανιζόμενος τότε ερμηνευτής, ο οποίος έφυγε πρόωρα  από τη ζωή.
Εκτός όμως από τις τολμηρές αποφάσεις που κατά καιρούς ανέδειξαν τον Μάκη Μάτσα, δεν έλειψαν και οι πρωτότυπες προτάσεις που έκανε στους συνεργάτες του και οι οποίες, όπως αποδείχτηκε,  κατέληγαν σε αμοιβαίο συμφέρον. Το τραγούδι «Ο ουρανός φεύγει βαρύς», σύνθεση του Σταύρου Κουγιουμτζή, έγινε βέβαια γνωστό  με την ερμηνεία του Γιώργου Νταλάρα, αλλά αυτή η ηχογράφηση δεν ήταν η αρχική. Είχε πρωτοκυκλοφορήσει από την εταιρία LYRA του Αλέκου Πατσιφά με ερμηνευτή τον Φώτη Δήμα. Επειδή όμως αυτός ο τραγουδιστής βρισκόταν στο τελευταίο στάδιο της καριέρας του, η ηχογράφηση δεν ήταν ποιοτική. Έτσι ο Μάκης Μάτσας πρότεινε στον Κουγιουμτζή να το ηχογραφήσει στη ΜΙΝΩΣ με τον Νταλάρα. Χαρακτηριστική είναι επίσης η ιστορία που σχετίζεται με το τραγούδι «Ο Σταμούλης ο Λοχίας». Όταν ο Γιώργος  Κατσαρός παρουσίασε στην εταιρία αυτή τη σύνθεσή του - σε στίχους Πυθαγόρα – το τραγούδι ήταν ζεϊμπέκικο. Όμως ο Μάκης διέκρινε  πως η μελωδία κράταγε πίσω τον στίχο και δεν τον άφηνε να αναδειχτεί. Πρότεινε λοιπόν στον Κατσαρό ν’ αλλάξει τη μελωδία και να την μετατρέψει σε ρυθμό χασάπικο, όπερ και έγινε και ανέδειξε το τραγούδι σε επιτυχία. Μια ανάλογη παρέμβαση έκανε ο παραγωγός σε κάποια σύνθεση του Αλέκου Χρυσοβέργη σε στίχους Σπύρου Γιατρά που τραγούδησε ο Γιάννης Πάριος. Ο τίτλος καθώς και ένας στίχος του τραγουδιού έλεγε: Αν δεν είχα τη μάνα μου. Ο εταιριάρχης θεώρησε – και κατά  την προσωπική μου γνώμη είχε δίκιο -, ότι ο τίτλος θα έπρεπε να είναι πιο γενικός αν ήθελαν το τραγούδι να γίνει επιτυχία. Άλλαξαν λοιπόν τον στίχο  καθώς και τον τίτλο του τραγουδιού που έγινε «Αν δεν είχα κι’ εσένανε».
Ξεχωριστή θέση στο βιβλίο του Μάκη Μάτσα κατέχει η εξιστόρηση της περιπετειώδους συνεργασίας του εταιριάρχη με τον Στέλλιο Καζαντζίδη. Απ’ ότι φαίνεται, ο λόγος που  ο  συγγραφέας  θέλησε να θίξει αυτό το ζήτημα  δεν ήταν μόνο για να καταγράψει  την οπτική  της εταιρίας του σχετικά με το θέμα, αλλά και για να βγάλει  από  μέσα  του  όλες  τις  τραυματικές  εμπειρίες  που  διατείνεται ότι βίωσε εξαιτίας αυτής  της  υπόθεσης.  Ωστόσο, παρά τα ντοκουμέντα που υπάρχουν στο βιβλίο και τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του, προσωπικά  δεν  μπορώ  να  πάρω  θέση για μια ιστορία που αφορά κάποιον ο οποίος δεν βρίσκεται πια ανάμεσά μας. Απλώς θα αναφέρω ότι η ιστορία με το γνωστό πολυσυζητημένο συμβόλαιο αποτελεί μόνον την κορυφή του παγόβουνου. Στη συγκεκριμένη συνεργασία υπήρξαν και πριν από αυτό πολλά άλλα προβλήματα.
Επιπλέον, στο εν λόγω σημείο, θα ήθελα ν’ αναφερθώ σε ακόμα μία προσωπική μου ένσταση. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης δημιουργείται η αίσθηση ότι ο Μάκης Μάτσας είναι ένας πολύ ευθύς και ντόμπρος άνθρωπος. Βρίσκω βέβαια πολύ φυσικό να προβάλει πιο πολύ τα γεγονότα της δισκογραφίας στα οποία συνέβαλε  περισσότερο η δική του εταιρία παρά η αντίπαλη. Εντούτοις μέσα σε μια αφήγηση που χαρακτηρίζεται από ντομπροσύνη, φαίνεται παράταιρο να υποβαθμίζεται η συμβολή της COLUMBIA σε σχέση με την επαναφορά του Μάρκου στη δισκογραφία. Και μάλιστα όταν είναι σε όλους γνωστό πόσο σημαντικό ρόλο γι’ αυτή την επαναφορά έπαιξε ο Βασίλης Τσιτσάνης που ήταν τότε καλλιτεχνικός διευθυντής της COLUMBIA και τον οποίο ο συγγραφέας φαίνεται πως εκτιμούσε ιδιαίτερα.
Πέρα από  το  ενδιαφέρον  το  οποίο  παρουσιάζουν  αυτές  καθαυτές  οι  ιστορίες  που  καταγράφονται  στο  βιβλίο,  τολμώ  να  πω  ότι  ο  Μάκης  Μάτσας, εκτός των άλλων χαρισμάτων,   διαθέτει και συγγραφικό  ταλέντο.  Υποστηρίζω  κάτι  τέτοιο  για δύο λόγους. Αφενός, για τον τρόπο που  χειρίζεται κάποια  θέματα  με  τα  οποία  καταπιάνεται: δεν  τα  εξαντλεί  αμέσως, αλλά  πολύ  αργότερα, στην πορεία της αφήγησης. Κι’ αυτό το καταφέρνει με  τις  αλλεπάλληλες  ματιές  που  ρίχνει από  το  παρόν  στο  παρελθόν   και  αντίστροφα.  Αφετέρου, γιατί κατορθώνει να κρατάει τον αναγνώστη σε συνεχή εγρήγορση  και αγωνία, παρότι  πρόκειται  για  ένα  βιβλίο  που  δεν  είναι  μυθιστόρημα  αλλά μαρτυρία.
Κλείνοντας, θέλω να αναφερθώ και στο DVD που περιλαμβάνεται σ’ αυτή την όμορφη και περιποιημένη έκδοση. Εκεί ακούει κανείς ζωντανά αφηγήσεις πολλών από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο, καθώς και του συγγραφέα. Οι ζωντανές μαρτυρίες είναι συνδεδεμένες με τέτοιον τρόπο μεταξύ τους ώστε να συνθέτουν κι’ αυτές τη δική τους ιστορία. Είναι δε τόσο γλαφυρές που ο ακροατής-θεατής δεν χορταίνει να τις ακούει και να τις ξανακούει.

Π. Σκούρτης

25.5.2015

6 Νοε 2014

ΚΟΥΙΝΤΕΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΑΝΤΖΗ

         
ΤΖΑΖ  ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ  ΣΕ  ΜΕΛΩΔΙΕΣ  ΤΩΝ    ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ-  ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ

Η  προσφορά  του  Μάνου  Χατζηδάκη και του  Μίκη  Θεοδωράκη  στον  πολιτισμικό  χάρτη  της  χώρας  μας  γενικότερα, αλλά  και στον μουσικό ειδικότερα,  αποτελεί  γεγονός    αδιαμφισβήτητο.  Το έργο τους, που για  τη  διερεύνηση  του  ενδιαφέρθηκαν ομότεχνοί  τους  όχι μόνο από την  Ελλάδα  αλλά  και  από το εξωτερικό,  έχει  κεντρίσει  το  ενδιαφέρον εκπροσώπων τόσο από μουσικά είδη παρεμφερή με αυτό με το οποίο οι Χατζηδάκης και Θεοδωράκης καταπιάνονται, όσο και από διαφορετικούς μουσικούς χώρους.
Σε αυτό το άρθρο θα σχολιάσουμε κάποιες διασκευές μελωδιών  των εν  λόγω δημιουργών που ο μουσικός και συνθέτης  Δημήτρης Καλαντζής παρουσίασε τα τελευταία χρόνια και συγκεκριμένα θα αναφερθούμε σε δυο πολύ ενδιαφέροντες ορχηστρικούς  δίσκους. Σχετικά με τον μουσικό Δημήτρη Καλαντζή, σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινίσουμε  ότι μιλάμε για τον πιανίστα και τζαζίστα και όχι για τον κιθαρίστα με το ίδιο ονοματεπώνυμο, τον δημιουργό της σειράς τραγουδιών ΚΟΡΟΝΑ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ. Το ΚΟΡΟΝΑ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ είναι ένας δίσκος όπου, με μεγάλη επιτυχία, συνδυάζονται το ρεμπέτικο και το λαϊκό με την ροκ μπαλάντα.
Συγκεκριμένα οι δίσκοι με τζαζ διασκευές σε μελωδίες των Χατζηδάκη και Θεοδωράκη τους οποίους ο προαναφερόμενος τζαζίστας ηχογράφησε με το κουιντέτο του, κυκλοφόρησαν με την εξής σειρά: το 2011 προηγήθηκε εκείνος με διασκευές σε μελωδίες του Μάνου Χατζηδάκη, ενώ δυο χρόνια αργότερα, το 2013, ακολούθησε αυτός με διασκευές  σε  συνθέσεις  του  Μίκη Θεοδωράκη. Στους προαναφερόμενους δίσκους οι  γενικοί  τίτλοι όσο και οι τίτλοι  των  συνθέσεων  που  περιλαμβάνονται  αναγράφονται  στα αγγλικά  μα  και  στα ελληνικά. Ο τίτλος στον  δίσκο με τις διασκευές  σε  συνθέσεις  του Χατζηδάκη είναι: Manos, Jazz tribute to Manos Hadjidakis ή  Μάνος ΤΖΑΖ  ΑΦΙΕΡΩΜΑ  ΣΤΟΝ   ΜΑΝΟ  ΧΑΤΖΗΔΑΚΗ, ενώ αυτός με  διασκευές σε  συνθέσεις  του Θεοδωράκη τιτλοφορείται Mikis Theodorakis «Modes & Moods»  ή   Μίκης Θεοδωράκης «ΤΡΟΠΟΙ  ΚΑΙ  ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ» .
Παρενθετικά και πριν  προχωρήσω  στο να σχολιάσω   το περιεχόμενο  στους  αναφερόμενους  δίσκους,  θα ήθελα να «σταθώ» στην έννοια  με την οποία αναγράφεται  η λέξη «modes» ή «τρόποι»  στον  τίτλο  του  δίσκου που μόλις αναφέρθηκε.  Εδώ η  λέξη  τρόπος μπορεί  να  έχει  διπλή  σημασία.  Αφενός  μπορεί να  υποδηλώνει  την  μορφή - δηλαδή τον τρόπο – με την  οποία  θέλει  ο  βασικός  συντελεστής  αυτής της  δουλειάς να  παρουσιάσει τις  συνθέσεις  που  διασκευάζει,  μπορεί όμως και να  περικλείει  τη  μουσικολογική  έννοια  του  όρου. Μουσικολογικά η λέξη «τρόπος» είναι μια έννοια που χρησιμοποιείται στη μελέτη μουσικών ειδών όπως είναι το Δημοτικό, το Ρεμπέτικο και η τζαζ,   όπου  βασικό  ρόλο  παίζει  ο  αυτοσχεδιασμός. Σύμφωνα με τον Φοίβο Ανωγειανάκη και το βιβλίο του «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΛΑΪΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ», υπάρχουν δυο είδη μουσικών κλιμάκων. Οι σπουδαγμένοι μουσικοί χρησιμοποιούν γενικά τη συγκερασμένη κλίμακα που είναι αυτή  της βασικής οκτάβας,  ενώ οι λαϊκοί - κυρίως αυτοσχέδιοι μουσικοί -χρησιμοποιούν σε γενικές γραμμές τη «φυσική» κλίμακα, με άλλα λόγια εκείνη που δημιουργείται από τα ενδιάμεσα σημεία της συγκερασμένης, δηλαδή μουσικά διαστήματα όπως τα διατονικά και χρωματικά ημιτόνια.  Ο τρόπος λοιπόν είναι ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται ο αυτοσχεδιασμός. Ακόμα και ο αυτοσχεδιασμός που σε σχέση με το βασικό μουσικό κομμάτι φαντάζει «ελεύθερος», θέλει κι αυτός τους κανόνες του  αλλιώς θ’ ακουστεί παράταιρος.
        Παρότι η τζαζ αναμφισβήτητα ανήκει στα είδη Λαϊκής Μουσικής, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι πιο δυτικότροπη  από τα είδη Ελληνικής Λαϊκής Μουσικής όπως το Δημοτικό και το Ρεμπέτικο Τραγούδι. Είναι γνωστό πως ο Μάνος Χατζηδάκης μόλις το 1949 θεώρησε το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι ως μουσικά είδη άξια λόγου, τότε που έκανε κι εκείνη την μνημειώδη διάλεξη. Άρα η μουσική του Μάνου, όντας πιο δυτικότροπη από αυτή του Μίκη, θα λέγαμε πως ήδη διαθέτει στοιχεία τζαζ και επομένως δεν αφήνει  πολλά περιθώρια για τις προσωπικές εμπνεύσεις του διασκευαστή. Έτσι, προχωρώντας στο να αναλύσουμε αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο των εν λόγω δίσκων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι εκείνος που παρουσιάζει πιο ενδιαφέρουν  είναι το «Modes & Moods», οι διασκευές σε τραγούδια του Μ. Θεοδωράκη.  Γιατί, πράγματι, δημιουργεί μεγάλο ενδιαφέρον το να περιμένει κανείς να ακούσει με ποιον τρόπο ένας κορυφαίος τζαζίστας, ο Δημήτρης Καλατζής - που άλλωστε είναι και ο βασικός συντελεστής του δίσκου - αποδίδει κάποιες από τις πλέον λαϊκότροπες μελωδίες του Μίκη Θεοδωράκη, όπως  τα τραγούδια «Μαρίνα», «Του Μικρού Βοριά», «Στα Περβόλια»  και «Την Πόρτα Ανοίγω το Βράδυ». Κι’ αυτό, δεδομένου ότι ακόμα και μέσα στις πιο «μοντέρνες» μελωδίες του Θεοδωράκη, το λαϊκό στοιχείο είναι πιο ισχυρό και πιο έντονο απ’ ό,τι σ’ αυτές του Χατζηδάκη.
Το ενδιαφέρον με τις συγκεκριμένες δισκογραφικές δουλειές δεν είναι τόσο ότι ο διασκευαστής και οι συνεργάτες του προσθέτουν στις μελωδίες  κάποιες τζαζίστικες πινελιές, αλλά το γεγονός ότι δημιουργούν έναν τζαζίστικο καμβά  μέσα από τον οποίο «αναδύονται» σίγα–σιγά οι συνθέσεις των συγκεκριμένων δημιουργών. Και αυτό είναι το ιδιαίτερα ξεχωριστό στοιχείο στους υπό συζήτηση δίσκους.
           Εκτός από τον βασικό συντελεστή, τον διασκευαστή των μελωδιών και πιανίστα Δημήτρη Καλαντζή, το κουιντέτο συμπληρώνεται από τους Τάκη Πατερέλη: άλτο σαξόφωνο, Ανδρέα Πολυζωγόπουλο: τρομπέτα, φλικόρνο, Αλέξανδρο- Δράκο Κτιστάκη: ντραμς και Γιώργο Γεωργιάδη: κοντραμπάσο. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να επισημάνω ότι, κατά την προσωπική μου γνώμη, ο Τάκης Πατερέλης είναι από τους καλύτερους σαξοφωνίστες που διαθέτει αυτή τη στιγμή η ελληνική μουσική σκηνή, μετά τον Γιώργο Κατσαρό και τον Στέλιο Βήχο που τον διαδέχτηκε.
            Στους εν λόγω δίσκους το κουιντέτο συνοδεύουν τα παρακάτω μουσικά σύνολα:  στο Manos -Jazz tribute to Manos Hadjidakis, τα έγχορδα της Καμεράτας, ενώ στο Μίκης Θεοδωράκης «Modes & Moods», η Ορχήστρα Πατρών που διευθύνει ο Μίλτος Λογιάδης. Την ενορχήστρωση εγχόρδων στον δίσκο «Modes & Moods» έκανε ο  Γιάννης Αντωνόπουλος, ενώ συμμετέχουν οι Δημήτρης Παπαδόπουλος, Βαγγέλης Κατσαρέλης και Διονύσης Κοκκόλης στις τρομπέτες  και ο Γιώργος Ζαρέας στο τρομπόνι.


  
Π.Σκούρτης

7/10/2014

4 Οκτ 2014

ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ

Μπάμπης  Παπαδόπουλος:
Ένας ροκάς στη… «Σπηλιά του Δράκου»


Ο ορχηστρικός δίσκος του Μπάμπη Παπαδόπουλου «ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ» μπορεί να έχει κυκλοφορήσει από το 2010, αλλά έπεσε στα χέρια μου μόλις πρόσφατα.
Ο  κιθαρίστας  Μπάμπης  Παπαδόπουλος, που έγινε περισσότερο γνωστός από τη συμμετοχή του στο συγκρότημα σκληρού ροκ ΤΡΥΠΕΣ,  εντάχθηκε στο αναφερόμενο συγκρότημα το 1984, μετά τον θάνατο του επίσης κιθαρίστα  Μιχάλη Κανατίδη. Ο εν λόγω συνθέτης έχει κατά καιρούς επενδύσει μουσικά και διάφορες θεατρικές παραστάσεις.  Τελευταία, πολύ πετυχημένη δουλειά του είναι η μουσική επένδυση για ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ, την ταινία του Γιάννη Οικονομίδη που συμμετείχε στο φεστιβάλ Βενετίας.
Η ονομασία  «ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ είναι πολύ ενδεικτική για το περιεχόμενο αυτού του δίσκου δεδομένου ότι εδώ περιλαμβάνονται ροκ διασκευές ρεμπέτικων. Όπως αναφέρεται και στις σημειώσεις του δίσκου, Πόρτο Δράκο ήταν για κάποια περίοδο μια ονομασία για τον Πειραιά γενικότερα. Κατ’ άλλους πάλι, μεταξύ αυτών την ρεμπετολόγο Γκέϊλ Χολστ και το βιβλίο της «Δρόμος για το Ρεμπέτικο»,  η Σπηλιά του Δράκου ήταν μια συγκεκριμένη περιοχή του Πειραιά όπου σύχναζαν οι ρεμπέτες για να φουμάρουν χασίσι.
 Κατά την προσωπική μου γνώμη, οι ροκ διασκευές ρεμπέτικων αυτού του δίσκου είναι οι πιο ενδιαφέρουσες που έχουμε ακούσει. Το  στοιχείο που καθιστά  αυτή τη δισκογραφική δουλειά πιο ενδιαφέρουσα από άλλες συναφείς  είναι το εξής: Τις περισσότερες φορές που οι ροκάδες διασκευάζουν ρεμπέτικα,  τα μπολιάζουν είτε με πιο σκληρό είτε με πιο ήπιο ήχο  από αυτόν με τον οποίο τα έχουμε συνηθίσει. Στον δίσκο που σχολιάζουμε,  ναι μεν υπάρχει η προσωπική πινελιά του Παπαδόπουλου που δίνει στις μελωδίες  ροκ ηχόχρωμα, αλλά συγχρόνως διατηρείται και η σωστή δόση από το ηχόχρωμα του ρεμπέτικου έτσι ώστε οι συνθέσεις να μην χάνουν τον ελληνικό λαϊκότροπο χαρακτήρα τους.
Ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο της συγκεκριμένης δισκογραφικής δουλειάς είναι ότι ο δημιουργός της  έχει συνθέσει μουσικές γέφυρες με τις οποίες συνδέει όλες τις μελωδίες. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο δίσκος «ΑΠΟ ΤΗ ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ», εκτός από μια σειρά μεμονωμένων μελωδιών, είναι  και ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο.
Στον δίσκο, στην απόδοση της μελωδίας του  τραγουδιού «Ζούλα σε μια Βάρκα Μπήκα». Υπάρχει και μπουζούκι που παίζει ο Δημήτρης Βλαχομήτρος .  Ως γνωστόν, το εν λόγω τραγούδι είναι δημιουργία του Γιώργου Μπάτη. Να σημειώσουμε επίσης ότι η αναφορά  στο σημείο συνάντησης των ρεμπέτηδων στη Σπηλιά του Δράκου καταγράφεται και στους στίχους του συγκεκριμένου τραγουδιού:
Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα
στη Σπηλιά του Δράκου βγήκα.
Πάντως, το ρεμπέτικο χρώμα στις δημιουργίες αυτού του δίσκου θα λέγαμε ότι είναι πιο εμφανές στη μελωδία από το τραγούδι του Μάρκου «Ο Συνάχης».
            Κλείνοντας θα ήθελα να σταθώ σε μία ανακρίβεια που εντόπισα στο φάκελο όπου καταγράφονται τα στοιχεία των  τραγουδιών. Η σύνθεση του Γιάννη Χαλκιά «Το Μινόρε του Τεκέ» είναι οργανικό κομμάτι ενώ εδώ, λανθασμένα, αναφέρεται ωσάν  να είχε και στοίχους .

Π. Σκούρτης
Οκτώβριος, 2014

 

30 Αυγ 2014

«ΕΝΟΧΕΣ ΖΩΕΣ»: ΜΕΝΙΟΣ ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΣ


ΑΛΛΟ  ΕΝΑ  ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ  ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ  ΑΠΟ  ΤΟΝ  ΔΗΜΟΦΙΛΗ  ΚΑΙ ΠΟΛΥΓΡΑΦΟΤΑΤΟ ΑΘΛΗΤΙΚΟΓΡΑΦΟ

Ο  Μένιος  Σακελλαρόπουλος  είναι  από  τους  πιο  γνωστούς  αθλητικούς  συντάκτες  και  μάλιστα    έχει ιδιαίτερη αδυναμία στα ρεπορτάζ  τα  οποία  σχετίζονται  με  τη  δράση  του  Παναθηναϊκού.  Συγγραφέας  πολλών  βιβλίων  που  αφορούν  τον  αθλητισμό,  αποδεικνύεται  από το 2006 και  άριστος  μυθιστοριογράφος. Έκτοτε έχει εκδώσει  δέκα  βιβλία  αυτού  του  είδους  και πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Λιβάνη – όπως άλλωστε και όλα τα προηγούμενα - και το ενδέκατο βιβλίο του με τίτλο «Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ».
Τον μυθιστοριογράφο Σακελλαρόπουλο γνώρισα αρχικά από το έβδομο βιβλίο του που  τιτλοφορείται  «ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ». Επίσης, πρόσφατα, είχα την  τύχη να πέσει στα χέρια μου και το δέκατο μυθιστόρημά του, το οποίο επιγράφεται «ΕΝΟΧΕΣ ΖΩΕΣ».  Κατά πάσα πιθανότητα η  προμετωπίδα  «ΕΝΟΧΕΣ  ΖΩΕΣ» παραπέμπει στη συμπεριφορά του πρωταγωνιστή. Ο  κεντρικός  χαρακτήρας  της  ιστορίας, Πρόεδρος Εφετών Παναγιώτης  Γεωργόπουλος, έχει ενστερνιστεί  την τακτική να αντιμετωπίζει τις πράξεις των υποδίκων ακολουθώντας τον Νόμο κατά γράμμα.  Στον υπερβάλλοντα ζήλο που επιδεικνύει, ο συγκεκριμένος δικαστικός λειτουργός καταδικάζει χωρίς να αναγνωρίζει ελαφρυντικά σε κανέναν, ούτε να αποδέχεται  ότι  υπάρχουν  άνθρωποι  οι οποίοι  ίσως  να  οδηγήθηκαν  σε  αξιόποινες  πράξεις  από  ατυχείς  συγκυρίες.  Με  αυτή την άτεγκτη συμπεριφορά  αντιμετωπίζει  τους πάντες, ακόμα  κι’  αυτούς που  παραπέμπονται  στην Δικαιοσύνη για  μικρά παραπτώματα.
Τούτη  η  στάση  του όμως  αλλάζει  ριζικά όταν  αποφασίζει  να  συμπαρασταθεί  στη  Μαριλένα. Χωρίς ο Εφέτης καλά-καλά να το αντιληφθεί, η οικιακή βοηθός του αρχίζει να μπαίνει στη μέχρι σήμερα άχαρη ζωή του και να την επηρεάζει θετικά.    Αυτή  η  κοπέλα που η συμπεριφορά της απέναντί του είναι άψογη, έχει - κατά το παρελθόν - διαπράξει το  παράπτωμα  της  κλοπής εξαιτίας της φτώχιας και των πολλών  οικονομικών δυσκολιών  που κυρίως αφορούσαν  την ανάγκη της να  βοηθήσει  πάση θυσία τον καρκινοπαθή  αδελφό  της  να κρατηθεί στη ζωή .   
Ωστόσο,  από  τη  στιγμή  που  ο  δικαστής  παίρνει  την  απόφαση να παρακάμψει τα πιστεύω του και να παραβεί τις αρχές του,  αρχίζει  και  η  αντίστροφή  μέτρηση  γι’  αυτόν.  Οι συνεχείς  ανατροπές που ακολουθούν, αποκαλύπτουν στον δικαστικό λειτουργό συναισθηματικά αποθέματα που μέχρι τώρα αγνοούσε ότι έκρυβε μέσα του. Αλλά, παράλληλα, έρχονται στην επιφάνεια και αδυναμίες που τελικά φαίνεται ότι έκρυβε πεισματικά πίσω από την αδέκαστη συμπεριφορά του.
Κατά την εξέλιξη και στην πορεία μιας σημαντικής δίκης, τα μεγάλα ψάρια χρησιμοποιούν κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσον προκειμένου να βγουν στον αφρό.  Επιμένουν στη αθωότητά τους ενώ  επ’ όφελός τους έχουν θυσιάσει μια μικρή κοινότητα αδικώντας τους κατοίκους της  κατάφορα. Ο Γεωργόπουλος έρχεται αντιμέτωπος με ίντριγκες και δέχεται πιέσεις και εκφοβισμούς, αρνείται όμως πεισματικά να υποκύψει σε όλ’ αυτά, αποφασισμένος να μην αθωώσει τους αδίστακτους και χωρίς αμφιβολία υπεύθυνους για τα κατά συρροήν εγκλήματα που έχουν διαπράξει. Πλην όμως, παρά την απόφασή του να υπερασπιστεί σθεναρά τα πιστεύω του καταδικάζοντας την αδικία, αναπάντεχες συγκυρίες κάμπτουν ανεπανόρθωτα τις αρχές του, τον οδηγούν στο να αναθεωρήσει τη στάση του και τον καθιστούν μαριονέττα των ισχυρών και έρμαιο των επιλογών του.
Δύο είναι τα μεγάλα ατού που - κατά  την  προσωπική  μου  πάντα  γνώμη – διαθέτει ως μυθιστοριογράφος ο  Μένιος  Σακελλαρόπουλος.   Αφενός, οι χαρακτήρες των ιστοριών που δημιουργεί μας είναι εξαιρετικά κοντινοί και οικείοι, είναι δηλαδή οι άνθρωποι που απασχολούν την καθημερινότητά μας. Αφετέρου, παρότι υπάρχει ταύτιση του κοινού με τους χαρακτήρες, συντελούνται κατά την διάρκεια της αφήγησης αλλεπάλληλες ανατροπές, οι οποίες δεν προϊδεάζουν τον αναγνώστη για όσα θα ακολουθήσουν. Όσο κι’ αν το προσπαθήσει κανείς, δεν είναι δυνατόν να προβλέψει το τέλος κι έτσι η αγωνία για την  έκβαση της ιστορίας διαρκώς κορυφώνεται.  Τη  συγκεκριμένη  αίσθηση  για το απροσδόκητο της εξέλιξης ο  συγγραφέας  καταφέρνει  να  τη  διατηρεί στο κοινό του από  την  πρώτη  μέχρι  την  τελευταία  σελίδα. Πρόκειται  για  κάτι  το  οποίο ισχύει όχι μόνον για το  μυθιστόρημα  που  εδώ  σχολιάζεται,  αλλά  έχει επιτευχθεί  εξίσου αριστοτεχνικά  και στο  βιβλίο  «ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ».


Π. Σκούρτης

23/08/2014  

5 Απρ 2014

Γιάννης Λεμπέσης: ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

 Κάποιες επισημάνσεις για τον νέο δίσκο του Γιάννη Λεμπέση

Η πρώτη αναφορά μου στον νέο δίσκο του Γιάννη Λεμπέση  ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ  έγινε όταν σχολίασα το αφιέρωμα που είχε κάνει στον συνθέτη ο Γιώργος Τσάμπρας.  Το αφιέρωμα αυτό είχε παρουσιαστεί σε κάποια από τις εκπομπές του προγράμματος ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ, το οποίο μεταδιδόταν κάθε Πέμπτη βράδυ από το Δεύτερο Πρόγραμμα της ΕΡΑ, πλέον δυστυχώς καταργημένο. Όμως τότε, ενώ αρχικά σκόπευα να αναφερθώ στον συγκεκριμένο δίσκο γενικότερα, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάστηκαν κι’ άλλα τραγούδια του συνθέτη στην εκπομπή, τελικά το ενδιαφέρον μου είχε μονοπωλήσει κάποιο, άστοχο κατά τη γνώμη μου, σχόλιο του ερμηνευτή Γεράσιμου Ανδρεάτου, (κοίτα: Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΜΠΈΣΗΣ, Ο ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΑΝΔΡΕΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ).
Η αλήθεια είναι πως παρότι παρακολουθώ συστηματικά την πορεία του Γιάννη Λεμπέση στο τραγούδι, καιρό είχα να αποκτήσω δίσκο του. Ο τελευταίος που αγόρασα πριν κάποια χρόνια ήταν ο ΤΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙ Ν’ ΑΦΗΣΕΙΣ. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν εξακολουθώ να θεωρώ τον Λεμπέση έναν από τους καλύτερους δημιουργούς του νεότερου λαϊκού τραγουδιού. Εντούτοις, έχω την αίσθηση πως υπάρχει σοβαρή διαφοροποίηση μεταξύ του ήχου των τραγουδιών του όταν παίζονται ζωντανά στο στούντιο και κατά την απόδοσή τους στον δίσκο. Βέβαια, ως ένα βαθμό, αυτό είναι φυσικό. Όταν παίζονται τραγούδια από το μηχάνημα ενός επαγγελματικού στούντιο, η απόδοση ήχου είναι απείρως καλύτερη από εκείνη που παράγεται από το μηχάνημα κάποιου ιδιώτη. Αλλά, στην περίπτωση τραγουδιών του Γιάννη Λεμπέση, νομίζω πως το πρόβλημα παρουσιάζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό απ’ όσο συνήθως, γι’ αυτό και το σχολιάζω.
Εδώ θα πρέπει να κάνω κάποιες επιπλέον διευκρινήσεις σχετικά με το πρόβλημα στην απόδοση ήχου που ανέφερα παραπάνω. Θεωρώ πως αυτό εντοπίζεται κυρίως στην ορχήστρα. Κατά τη γνώμη μου, κάποια τραγούδια θα έπρεπε να είχαν αποδοθεί με περισσότερη ένταση ενώ σε άλλα το παίξιμο να ήταν πιο «κοφτό». Για παράδειγμα, το τραγούδι «Αχ και να ‘ξερε τι χάνει» έχει τα σωστά «σπασίματα» στην απόδοση της μελωδίας, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με το ομότιτλο του δίσκου, «Τα ίδια και χειρότερα». Όσο για τη δεύτερη περίπτωση, εκτός των άλλων, και τα τραγούδια «Εμμονές», «Τυχοδιώκτης» και «Είπες πολλά κι’ είπα πολλά», έχω την εντύπωση ότι με κάποια διαφορετική απόδοση από μέρους της ορχήστρας  θα μπορούσαν να ηχούν πιο μερακλίδικα.
Όπως και να ‘χει, ο καινούργιος δίσκος του Γιάννη Λεμπέση περιλαμβάνει 17 τραγούδια κάποια από τα οποία είναι νεότερα και κάποια παλιότερα, αλλά σε νέα ηχογράφηση. Για παράδειγμα, εδώ ο Γεράσιμος Ανδρεάτος ερμηνεύει με ξεχωριστή ευαισθησία το μουσικό κομμάτι «Καρδιοφτερουγίσματα», που είχε δώσει παλιότερα τον τίτλο σε κάποια δισκογραφική δουλειά του Λεμπέση και που στον ομότιτλο δίσκο το ερμήνευε ο ίδιος.  Ο Γιώργος Μαργαρίτης ερμηνεύει «Τα κορόιδα σ’ άλλη πιάτσα», ένα τραγούδι που σε παλιότερο δίσκο είχε και πάλι αποδώσει ο συνθέτης.  Επίσης ο Μαργαρίτης, σε ντουέτο με τον Λεμπέση, ερμηνεύει το καινούργιο τραγούδι «Αχ και να ‘ξερε τι χάνει».
Σε σχέση με αυτό το τραγούδι - «Αχ και να ‘ξερε τι χάνει» -, έχω να κάνω κάποια πολύ ιδιαίτερα σχόλια. Από πλευράς σύνθεσης, παιξίματος και ερμηνείας πιστεύω ότι πράγματι είναι ένα πολύ ωραίο τραγούδι. Πρόκειται για ένα κομμάτι το οποίο αποδίδει φόρο τιμής σε  όλους τους μεγάλους εκπροσώπους του Ρεμπέτικου που είναι πλέον απόντες. Ωστόσο, θεωρώ ότι η επανάληψη ορισμένων ονομάτων - για παράδειγμα «Περιστέρης-Μπαγιαντέρας», «Γενίτσαρης και Μπαγιαντέρας», «Καπλάνης-Παπαϊωάννου», «Μπέμπης-Παπαϊωάννου» κλπ  - αποκαλύπτει κάποια προχειρότητα στον στίχο, μια περιστασιακή αδυναμία. Και  λέω «περιστασιακή» , γιατί δεν πιστεύω ο Γιάννης Λεμπέσης να μην έχει την ικανότητα να σκαρώνει στίχους ή να μην εύρισκε ονόματα και άλλων μεγάλων δημιουργών που θα μπορούσε να «ταιριάξει» προκειμένου να αποφύγει τις  επαναλήψεις. Τώρα, όσον αφορά τον τίτλο, νομίζω πως  «Όποιος δεν ακούει Τσιτσάνη» θα του ταίριαζε καλύτερα, γιατί είναι πιο γενικός.
Εκτός από τον Γιώργο Μαργαρίτη, τον Γεράσιμο Ανδρεάτο  και τον ίδιο τον συνθέτη, στον δίσκο ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ τα τραγούδια αποδίδουν ο Φάνης Σαπατίνας και η Μαριάνθη Λιουδάκη. Με την ευκαιρία θα πρέπει να ζητήσω συγνώμη αφενός από τους ίδιους τους  καλλιτέχνες και αφετέρου από τους αναγνώστες μου γιατί, στο σχόλιό μου που μνημόνευσα στην αρχή αυτού του κειμένου, από λάθος, είχα αναφέρει τα επώνυμα των δύο ερμηνευτών ως  «Ζαπατίνας» και «Νουδάκη» αντίστοιχα. Σχετικά με τη συμμετοχή της Σοφίας Κολλητήρη,  τραγουδίστριας αμιγώς δημοτικών αλλά και δημοτικοφανών τραγουδιών, νομίζω  θα πρέπει να γίνει ειδική μνεία. Εδώ, παρενθετικά, ίσως είναι αναγκαίο να πούμε για τη διαφορά μεταξύ των αμιγώς δημοτικών και δημοτικοφανών τραγουδιών. Αμιγώς δημοτικά είναι τα παραδοσιακά, δηλαδή τα τραγούδια που ανήκουν στην ανώνυμη δημιουργία, («Ιτιά», «Μου παρήγγειλε τ’  αηδόνι»  κα.), ενώ δημοτικοφανή είναι τα τραγούδια επώνυμων τραγουδοποιών και συνθετών, βασισμένα σε ανάλογους ρυθμούς, (τσάμικα, καλαματιανά κλπ.). Κλασικό παράδειγμα της δεύτερης περίπτωσης είναι τα τραγούδια που είχε γράψει και συνθέσει ο κλαριντζής Βασίλης Σούκας. Το τραγούδι που ερμηνεύει η Σοφία Κολλητήρη στον δίσκο του Λεμπέση ανήκει και αυτό στα δημοτικοφανή και έχει τίτλο «Μια σε βρίσκω, μια σε χάνω». Αξίζει να σημειώσουμε πως, παρότι η συγκεκριμένη ερμηνεύτρια πρέπει πλέον να κουβαλάει "κάποια  χρονάκια" στην πλάτη της, η φωνή της εντυπωσιάζει. Είναι πράγματι «αηδονόλαλη»! Της ταιριάζει λοιπόν απόλυτα η σχετική προσφώνηση του συνθέτη.

Π. Σκούρτης
11/3/2014