29 Ιουν 2009

ΛΕΝΑ ΜΑΝΤΑ


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
ΠΟΥ ΟΜΩΣ ΔΙΑΘΕΤΕΙ ΤΟΣΕΣ ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ,
ΟΣΕΣ ΚΙ ΕΝΑ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ


Πρωτοδιάβασα για τη συγγραφέα Λένα Μαντά σε μια αναφορά σχετικά με το μυθιστόρημά της ΘΕΑΝΩ, Η ΛΥΚΑΙΝΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ. Έτσι, μου είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι μ’ αυτό το βιβλίο ήταν που έκανε το ντεμπούτο της στη λογοτεχνία. Αλλά αργότερα πληροφορήθηκα ότι είχε προηγηθεί το μυθιστόρημα ΒΑΛΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑ ΘΕΟΥΣ. Τα τρία βιβλία της που έχουν πρόσφατα εκδοθεί είναι: Η ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΟΥ ΝΟΜΙΣΜΑΤΟΣ, Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΑ και ΕΡΩΤΑΣ ΣΑΝ ΒΡΟΧΗ. Εδώ όμως θ’ ασχοληθούμε με το βιβλίο που τιτλοφορείται ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟ ΠΟΤΑΜΙ και το οποίο κατά καιρούς εξακολουθεί ακόμα να βρίσκεται στον κατάλογο των ευπώλητων. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «ΨΥΧΟΓΙΟΣ»
Η ιστορία αρχίζει σ’ ένα χωριό στον Όλυμπο. Εκεί, σε κάποιο σπίτι που - όπως μαρτυρεί ο τίτλος του βιβλίου - βρίσκεται δίπλα σ’ ένα ποτάμι, ζει η οικογένεια του Γεράσιμου και της Θεοδώρας. Μετά το θάνατο του πατέρα, η λαχτάρα των πέντε κοριτσιών του να φύγουν από τον τόπο τους, είναι πολύ έντονη. Τόσο έντονη, ώστε η τέταρτη από τις κόρες, η Πολυξένη - στην οποία σε αντίθεση με τις αδελφές της δεν έχει ακόμα παρουσιαστεί η κατάλληλη ευκαιρία για να ξεφύγει από τη μονότονη ζωή που της προσφέρει το σπίτι δίπλα στο ποτάμι - αποφασίζει να ‘αποδράσει’, ακολουθώντας έναν περιοδεύοντα θίασο που σταματάει για λίγο στο χωριό της.
Στη συνέχεια, οι εκπλήξεις είναι αναρίθμητες, τόσο για τις πέντε νεαρές γυναίκες όσο και για τους αναγνώστες του βιβλίου. Πρόκειται για μια ιστορία που στην ουσία είναι κοινωνικού περιεχομένου, στις ανατροπές όμως που υπάρχουν σ’ αυτήν, μπορούμε να διακρίνουμε στοιχεία που συνήθως συναντά κανείς σε αστυνομικό μυθιστόρημα.
Σ’ αυτό το μυθιστόρημα της Μαντά δύο είναι τα χαρακτηριστικά που κυρίως μας εντυπωσιάζουν. Αφενός η δυναμική με την οποία η συγγραφέας αποδίδει τις περιγραφές από τη ζωή των πέντε γυναικών - που βιώνουν καταστάσεις τόσο διαφορετικές, εντούτοις παράλληλες - και αφετέρου το εξής γεγονός: από ένα σημείο και μετά πιστεύουμε πως γνωρίζουμε τον τρόπο με τον οποίο θα ‘τερματιστούν’ οι περιπέτειες των πέντε γυναικών των οποίων τις ζωές παρακολουθήσαμε. Εντούτοις, ώσπου να φτάσουμε στην τελική έκβαση, η Μαντά καταφέρνει και πάλι να μας κρατήσει σε αγωνία.
Η μόνη ένσταση που θα μπορούσε να προβάλει κανείς είναι η σπουδή με την οποία η συγγραφέας καλύπτει το πρώτο μέρος της ιστορίας, δηλαδή το διάστημα που μεσολαβεί από την παιδική ηλικία των κοριτσιών μέχρι την ‘απόδρασή’ τους. Κάποιες φορές δίνεται η εντύπωση ότι η μυθιστοριογράφος βιάζεται να ολοκληρώσει το κομμάτι που αναφέρεται στην περίοδο πριν τη φυγή των κοριτσιών, προκειμένου να δώσει έμφαση στην περιγραφή της ζωής τους μακριά από τον γενέθλιο τόπο τους. Η εντύπωση αυτή δημιουργείται κυρίως επειδή στο πρώτο μέρος του βιβλίου η γραφή είναι ενιαία, δηλαδή δεν χωρίζεται σε κεφάλαια, με την εισαγωγή ν’ αποτελεί το μόνο κομμάτι που είναι ξέχωρο από το κυρίως κείμενο. Αντιθέτως, στο δεύτερο μέρος, η Μαντά αφιερώνει κεφάλαια εξαιρετικά μακροσκελή στη ζωή της καθεμιάς από τις κοπέλες. Αλλά αυτό που φαίνεται ως αδύνατο σημείο στη γραφή του βιβλίου, πιθανόν τελικά να δικαιολογείται. Ίσως η λογοτέχνις επέλεξε αυτόν τον τρόπο αφήγησης προκειμένου να προσδώσει στη γραφή της το ρυθμό που ακολουθεί η ροή του ποταμού. Γιατί, όπως πολλές φορές επισημαίνεται με διάφορους τρόπους από τη Θεοδώρα, αλλά επίσης τονίζεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, ‘έτσι κυλάει και η ζωή’.


Π. Σκούρτης
29 -6 -2009

28 Ιουν 2009

Ο ΚΟΥΤΣΑΓΓΕΛΙΔΗΣ, ΤΑ ΜΟΥΡΜΟΥΡΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ‘Ο ΜΕΜΕΤΗΣ’

Στην ορχήστρα που συμμετέχει στο τηλεοπτικό - μουσικό πρόγραμμα του Κώστα Φέρρη ‘Ονείρου Ελλάς’, βρίσκεται, μεταξύ των οργανοπαιχτών, και ο Μάνος Κουτσαγγελίδης. Εκτός από σπουδαίος μουσικός - δεξιοτέχνης στο κανονάκι – ο Κουτσαγγελίδης είναι και εκπληκτικός τραγουδιστής με ιδιαίτερη επίδοση στα κομμάτια Σμυρναίικου ύφους και μάλιστα σε αυτά όπου περιλαμβάνονται και αμανέδες. Η πιο πρόσφατη εμφάνιση του Κουτσαγγελίδη ως μουσικού στη δισκογραφία πρέπει να είναι αυτή που έκανε στον δίσκο ΥΜΝΟΙ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ, με την κορυφαία ερμηνεύτρια του Δημοτικού Τραγουδιού Γιώτα Βέη. Την επιμέλεια και ενορχήστρωση του συγκεκριμένου δίσκου- ο οποίος είχε κυκλοφορήσει πέρσι το Πάσχα - είχε αναλάβει ο συνθέτης Μιχάλης Νικολούδης.
Σε κάποια από τις πρόσφατες εκπομπές του προγράμματος ‘Ονείρου Ελλάς’, η οποία ήταν αφιερωμένη στα μουρμούρικα - δηλαδή τα ρεμπέτικα τραγούδια ανωνύμων συνθετών - ακούστηκε και το ζεϊμπέκικο ‘Ο Μεμέτης’. Ωστόσο, ο επιμελητής και παρουσιαστής της εκπομπής - ο γνωστός σκηνοθέτης Κώστας Φέρρης - διατείνεται πως το αναφερόμενο τραγούδι ανήκει σε επώνυμο δημιουργό, τον συνθέτη, Σωτήρη Γαβαλά. Ο ίδιος συνθέτης φέρεται να είναι δημιουργός και του τραγουδιού ‘Ηρωίνη και Μαυράκι’, που είναι γνωστό και με τον τίτλο ‘Να Ξεφύγω δεν Μπορούσα’.
Στη συγκεκριμένη εκπομπή το τραγούδι ‘Ο Μεμέτης’, απέδωσε ο εγγονός του κορυφαίου Παγιουμτζή, Στράτος Γεωργιόπουλος, με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο. Πρόκειται για ένα ζεϊμπέκικο που είναι έτσι κι αλλιώς βαρύ. Εντούτοις, κατά τη διάρκεια μιας ιδιωτικής συνάντησης με τον αναφερόμενο καλλιτέχνη, το ίδιο τραγούδι αποδόθηκε με μια πολύ αλλιώτικη ερμηνεία που πιστεύω ότι του ταιριάζει περισσότερο από εκείνη στην εκπομπή. Θεωρώ ότι μεγάλο ρόλο σ’ αυτό έπαιξε το εξής γεγονός: η μελωδία του τραγουδιού παίχτηκε μ’ έναν κοφτό και ιδιαίτερα μερακλίδικο τρόπο. Βέβαια θα ήθελα να πω ότι σε καμία περίπτωση δεν επιθυμώ να υποτιμήσω το παίξιμο του δεξιοτέχνη Γιώργου Κουτουλάκη που συνοδεύει το Στράτο στην εκπομπή ‘Ονείρου Ελλάς’. Απλώς πιστεύω ότι ο τρόπος με τον οποίο, στη συνάντησή μας, έπαιζε το μπουζούκι ο φίλος και πολλά υποσχόμενος σολίστας Νικόλας Βέττας, βοήθησε ώστε ο ερμηνευτής να δώσει στο τραγούδι αυτή την ιδιαίτερη χροιά.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να πω ότι κάποια από τα κομμάτια που τραγουδήθηκαν σ’ αυτή την ιδιωτική συνάντηση υπάρχουν σε μια ηχογράφηση που όμως έγινε αποκλειστικά για το προσωπικό μου αρχείο. Δυστυχώς το συγκεκριμένο κομμάτι δεν προλάβαμε να το συμπεριλάβουμε. Αλλά το εγχείρημα δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, οπότε ελπίζω το εν λόγω τραγούδι να αποδοθεί με την ίδια επιτυχία όπως στην πρώτη μας συνάντηση και να περιληφθεί σ’ αυτή την ηχογράφηση στο μέλλον.



Π. Σκούρτης
25 -5 - 2009

Άστρο

ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΣΒΗΣΟΥΝ ΤΟ ΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ

Το άστρο του Στράτου Γεωργιόπουλου έχει αρχίσει ν’ ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Εκτός από τις εμφανίσεις του στο πρόγραμμα Ονείρου Ελλάς και στο κέντρο Αστέρια, του παρουσιάστηκαν στο μεταξύ κι άλλες προτάσεις. Έχει ήδη εμφανιστεί στο τηλεοπτικό πρόγραμμα του Άκη Παυλόπουλου ΤΟ ΠΑΡΤΙ ΤΗΣ ΖΩΗ ΣΟΥ, εκπομπή στην οποία θα συμμετάσχει κι αύριο, δηλαδή την Κυριακή 1η Μαρτίου. Παράλληλα, του να συμμετάσχει σε εκπομπή του τηλεοπτικού σταθμού 902 ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΣΤΑ FM.
Ωστόσο δεν άργησαν να βρεθούν κάποιοι που ν αμφισβητήσουν την αξία του αναφερόμενου καλλιτέχνη. Μάλιστα σύμφωνα με πληροφορίες μεταξύ αυτών βρίσκεται και μια καθηγήτρια μουσικής. Η εν λόγω επικρίτρια υποστηρίζει ότι η φωνή του Γεωργιόπουλου δεν έχει καμμιά σχέση μ’ αυτή του αείμνηστου παππού από την πλευρά της μητέρας του, του Στράτου Παγιουμτζή. Ο εγγονός του κορυφαίου καλλιτέχνη είναι λέει φάλτσος και με τον τρόπο που αποδίδει τα τραγούδια δεν προσεγγίζει καθόλου τις ερμηνείες που είχαν γίνει στις πρώτες ηχογραφήσεις τους.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν τα μουσικολογικά κριτήρια σύμφωνα με τα οποία υποστηρίζεται πως υπάρχουν ατέλειες στην ερμηνεία του εν λόγω τραγουδιστή, είναι σωστά ή όχι. Είμαι όμως σχεδόν σίγουρος πως αν η φωνή του νεότερου Στράτου έμοιαζε έστω και φαινομενικά με του δημοφιλούς παππού του - πράγμα που σε καμμιά περίπτωση δεν ισχύει - σίγουρα θα έβρισκαν πάλι πάτημα για να πούνε πως προσπαθεί να τον μιμηθεί. Επιπλέον φοβάμαι πως αν μελετάμε τις φωνές καλλιτεχνών του Ρεμπέτικου με μοσικολογικά και μόνο κριτήρια, τότε χάσαμε το παιχνίδι. Μ’ αυτή τη λογική, το Μάρκο Βαμβακάρη που η χροιά της φωνής του καθόρισε τον τρόπο ερμηνείας σ’ ένα ολόκληρο μουσικό είδος, θα έπρεπε να τον είχαμε ρίξει στα Τάρταρα, αφού τον αποκαλούσαν όχι μόνο βραχνοκόκορα αλλά και γάιδαρο. Σημασία στις φωνές που αντιπροσωπεύουν αυτό το μουσικό είδος – δηλαδή το Ρεμπέτικο και ιδιαίτερα το Πειραιώτικο που εκπροσωπεί ο Μάρκος - έχουν το μεράκι και η αυθεντικότητα με τα οποία βγαίνει η ερμηνεία.
Σίγουρα ο καθένας διατηρεί το δικαίωμα να κάνει ακόμα και αρνητική κριτική. Όταν όμως φτάσει στο σημείο να διερωτάται γιατί ο τάδε καλλιτέχνης τραγουδάει στο δείνα μαγαζί - ή ακόμα και γιατί τραγουδάει - γενικότερα - τότε πιστεύω πως αυτή η κριτική εξυπηρετεί άλλους σκοπούς.

Π. Σκούρτης
28 - 2 - 2009

Νέα εποχή

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΛΑΪΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ


Φαίνεται πως κάθε εποχή έχει τον «δικό της Στράτο» στον χώρο του Λαϊκού Τραγουδιού.,αφού στη δεκαετία του ’30, μεσουρανούσε ο Στράτος Παγιουμτζής και μετέπειτα σειρά είχε ο Διονυσίου. Βέβαια, η σταδιοδρομία του τελευταίου - ο οποίος μεσουρανούσε στη δεκαετία του ’70- είχε διακοπεί απότομα οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης άρχισε μια νέα καριέρα στα χρόνια του ’80. Όσο για σήμερα, υπάρχει ο εγγονός του Παγιουμτζή, ο, Στράτος Γιωργιόπουλος.
Στις μέρες μας, με πολλούς νέους εκπροσώπους του τραγουδιού, στον λαϊκό μουσικό χώρο, παρατηρείται ένα πρόβλημα. Αρκετές φορές, χωρίς απαραιτήτως να σημαίνει πως οι ίδιοι επιδιώκουν κάτι τέτοιο - τούτο προκύπτει ακόμα και με τους καλύτερους απ’ αυτούς -, ο τρόπος με τον οποίο αποδίδουν παλιά κομμάτια δημιουργεί στον ακροατή την ανάγκη να συγκρίνει τις ερμηνείες τους μ’ αυτές προγενέστερων ομότεχνών τους. Η περίπτωση του Στράτου Γιωργιόπουλου είναι μια από τις λίγες - για να μην πω και η μοναδική - για την οποία ό,τι μόλις ειπώθηκε, δεν ισχύει. Για του λόγου το αληθές πρέπει ν’ ακούσει κανείς πως αποδίδεται απ’ αυτόν το ζεϊμπέκικο του Γιώργου Μητσάκη «ΠΕΦΤΟΥΝ ΤΑ ΦΥΛΛΑ ΑΠ’ ΤΑ ΚΛΑΡΙΑ». Η προαναφερόμενη ερμηνεία του συγκεκριμένου κομματιού, υπάρχει μαζί μ’ αυτές αλλων τραγουδιών, σε μια ηχογράφηση την οποία είχα την τιμή να πραγματοποιήσει ο αναφερόμενος καλλιτέχνης για μένα. Να, σημειωθεί ότι για σολίστα είχε τον φίλο του - επίσης πολλά υποσχόμενο μπουζουξή - Νικόλα Βέττα. Εδώ, παρενθετικά, ας αναφέρουμε ότι το συγκεκριμένο τραγούδι έχει - θα μπορούσαμε να πούμε- «σφραγιστεί» από την ερμηνεία του αείμνηστου Στέλιου Καζαντζίδη. Ωστόσο, ο Στράτος, μου εκμυηστηρεύτηκε πως εκείνος που ερμήνευσε πρώτος αυτό το κομμάτι, ήταν ο - επίσης απών πλέον - Πάνος Γαβαλάς.
Αποφασίσαμε να πραγματοποιήσουμε την ηχογράφηση για την οποία μιλήσαμε, σε κασσέττα, ώστε να δημιουργηθεί ένα παρεϊστικο κλίμα, αντί να απομονωθούμε σε κάποιο δωμάτιο όπου θα βρισκόμασταν στημένοι μπροστά σ’ έναν υπολογιστή. Όμως, το κασσετοφωνάκι που χρησιμοποιήσαμε την πρώτη φορά, είχε αρχίσει να χαλάει. Θυμάμαι λοιπόν κάποια στιγμή που ηχογραφούσαμε έναν αμανε, ενώ το μπουζούκι δεν ακουγόταν καλά, η φωνή του Στράτου, ξεχωριζε. Και όταν πλέον αποκαταστάθηκε η ένταση του ήχου τότε πλέον δεν συζητάμε για το πως είχαν τα πράγματα!
Βλέπετε, είναι σημείο των καιρών αυτός ο πραγματικά εκπληκτικός τραγουδιστής - ούτε η λέξη «εκπληκτικός» αρκεί για να περιγράψει τις ερμηνευτικές ικανότητες του Στράτου - να μην εμφανίζεται σε κάποιο μαγαζί ή να μην έχει την υποστήριξη καμιάς εταιρείας προκειμένου να κάνει δίσκο.

Π. Σκούρτης
12 -1 - 2007

25 Ιουν 2009

ΕΛΕΝΗ ΚΑΡΑΪΝΔΡΟΥ - Τηλεοπτικές Σειρές

«ΤΟ 10»
Ο ΔΙΣΚΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΚΑΡΑΪΝΔΡΟΥ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΜΟΤΙΤΛΗ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΤΟΥ ALPHA

Συνήθως οι δίσκοι που περιλαμβάνουν τη μουσική επένδυση για τηλεοπτικές σειρές, τις περισσότερες φορέ, δεν μπορούν να λειτουργήσουν έξω από το περιβάλλον για το οποίο δημιουργήθηκαν. Δηλαδή, τη μουσική που επενδύει μια σειρά, δύσκολα την απολαμβάνει κανείς έξω απ’ αυτήν. Κατά την προσωπική μου γνώμη αυτό συμβαίνει μεταξύ άλλων και για τον παρακάτω λόγο: στις τηλεοπτικές σειρές, πέρα από τις συνθέσεις που ακούγονται στην αρχή και στο τέλος κάθε επεισοδίου, ίσως ακόμα και από ορισμένα κομμάτια που παίζονται κατά τη διάρκειά του, το υπόλοιπο μουσικό υλικό αποτελείται από τραγούδια που είναι ήδη γνωστά και ‘δένουν’ με το σενάριο. Όταν όμως μια τέτοια δουλειά αναλαμβάνει η Ελένη Καραίνδρου, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Τότε έχουμε να κάνουμε μ’ ένα ολοκληρωμένο, πρωτότυπο μουσικό έργο.
Όπως όλοι ξέρουμε τα τελευταία χρόνια η Καραϊνδρου είναι συνθέτρια αποκλειστικά κινηματογραφικής μουσικής. Μάλιστα συνεργάζεται ειδικά με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, τις ταινίες του οποίου επενδύει μουσικά. Μοναδική ίσως εξαίρεση αποτελεί η μουσική που γράφτηκε για το θεατρικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη ‘Διαμάντια και Μπλουζ’.
Πάει πολύς καιρός από τότε που η καταξιωμένη δημιουγός ασχολήθηκε με τη σύνθεση μουσικής για επένδυση μιας τηλεοπτικής σειράς. Απ’ όσο γνωρίζω τουλάχιστον, κάτι τέτοιο είχε να γίνει από το 1976, τότε που η Καραϊνδρου επένδυσε μουσικά την τηλεοπτική σειρά «ΓΑΛΗΝΗ», που ήταν βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ηλία Βενέζη. Αυτή η μουσική μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση.
Η συνθέτρια είχε επίσης γράψει τη μουσική για το σήριαλ «ΠΑΤΟΥΧΑΣ», βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ιωάννη Κονδυλάκη, ενώ τελευταία - με τη μουσική η οποία περιλαμβάνεται στον δίσκο που σχολιάζεται - επένδυσε την τηλεοπτική σειρά «ΤΟ 10». Η σειρά αυτή, που ήταν βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Μιχάλη Καραγάτση, μεταδόθηκε από το ιδιωτικό κανάλι ALPHA.
Η υπόθεση της σειράς – όπως και του λογοτεχνικού έργου - εκτυλίσσεται κατά τη δεκαετία του ‘50 σε μια γειτονιά της Αθήνας με ανθρώπους μεροκαματιάρηδες, αυτούς δηλαδή που συνήθως χαρακτηρίζουμε ‘λαϊκούς’. Πρόκειται για μια εποχή κατά την οποία το μπουζούκι έχει ‘τα πάνω του’ και παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην Παραδοσιακή μας Αστικολαϊκή Μουσική. Όσον αφορά λοιπόν τον δίσκο της Ελένης Καραϊνδρου, σε όσες από τις συνθέσεις έχουν ανάλογο ύφος, φυσικό ήταν αυτό το όργανο να ξεχωρίζει και να κυριαρχεί. Ένα στοιχείο διάχυτο σε όλο το δίσκο και όχι μόνο στις συνθέσεις όπου κυριαρχεί το μπουζούκι, είναι η μελωδικότητα. Αυτό το στοιχείο άλλωστε είναι γνωστό ότι χαρακτηρίζει γενικά τη μουσική της Καραϊνδρου.
Εξαιρετικά επιτυχής η επιλογή ως σολίστα στο μπουζούκι του Σπύρου Γκούμα, ο οποίος παίζει επίσης μπαγλαμά και μαντολίνο. Να σημειωθεί εδώ ότι ο Σπύρος είναι ανιψιός του δημοσιογράφου –αν δεν κάνω λάθος αθλητικού συντάκτη - Νίκου Γκούμα, που έχει γράψει εξαίρετους στίχους για λαϊκά τραγούδια. Εκτός από τον Σπύρο Γκούμα, στον δίσκο συμμετέχουν και ταχτικοί συνεργάτες της συνθέτριας, όπως ο Βαγγέλης Χριστόπουλος στο όμποε και ο Νίκος Γκίνος στο κλαρίνο.
Η μουσική εργασία στην οποία αναφερόμαστε απαρτίζεται από δέκα ορχηστρικές συνθέσεις. Τόσες δηλαδή όσες χρειάζονται για να παραπέμπουν τον ακροατή στο αριθμό της οδού όπου εκτυλίσσεται η υπόθεση στο μυθιστόρημα του Καραγάτση «ΤΟ 10», καθώς επίσης και στην ομότιτλη σειρά που βασίζεται σε αυτό. Όμως, όπως διαπιστώνει κανείς κατά την εξέλιξη της ακρόασης, οι δέκα αυτές συνθέσεις παρουσιάζονται σε διάφορες παραλλαγές και συγκεκριμένα σε τριάντα έξη. Αυτός ο δίσκος λοιπόν είναι πολύ μεγαλύτερης διάρκειας απ’ αυτή που συνήθως έχει μια συμβατική δουλειά με δέκα κομμάτια. Γι’ αυτό, όπως άλλωστε αναφέρθηκε και στην αρχή, εδώ δεν μιλάμε για έναν ακόμα δίσκο που απλώς περιλαμβάνει τη μουσική επένδυση μιας τηλεοπτικής σειράς, αλλά για ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο
Η δισκογραφική δουλειά που σχολιάζεται εδώ, κυκλοφορεί από την ECM, γερμανική εταιρία με την οποία, ως γνωστόν, συνεργάζεται τα τελευταία χρόνια η δημιουργός. Στο ένθετο του δίσκου, μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ονόματα των ηθοποιών που πρωταγωνίστησαν στη σειρά, αλλά περιλαμβάνονται και φωτογραφίες απο αυτήν.
Με την ευκαιρία, να αναφέρουμε ότι τη σκηνοθεσία αυτής της πολύ πετυχημένης αλλά συγχρόνως ποιοτικής τηλεοπτικής σειράς, είχε αναλάβει η Πηγή Δημητρακοπούλου, σκηνοθέτιδα που είχε παλιότερα μεταφέρει με επιτυχία στη μικρή οθόνη το μυθιστόρημα του Τάσου Αθανασιάδη «Η ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΟΥ ΘΡΟΝΟΥ» .


Π. Σκούρτης
19 - 6 - 2008

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ

ΟΛΑ ΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΛΩΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ

Δυο κορυφαίες προσωπικότητες του Ρεμπέτικου είναι οι «ήρωες» στα δυο τελευταία μυθιστορήματα του Γιώργου Σκαμπαρδώνη. Πρόκειται για τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Μάρκο Βαμβακάρη αντίστοιχα. Ο πρώτος είναι ο κεντρικός χαρακτήρας στο μυθιστόρημα ‘ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗ’, ενώ ο τελευταίος στο βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα, ‘ΟΛΑ ΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΛΩΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ’. Το μυθιστόρημα που ο τίτλος του μόλις αναφέρθηκε, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.
Εξ’ ορισμού το μυθιστόρημα είναι ένα κείμενο όπου - ακόμα και αν βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα - αυτό που παίζει κυρίαρχο ρόλο είναι η φαντασία του συγγραφέα. Ωστόσο, πιστεύω το εξής: από τη στιγμή που ο μυθιστοριογράφος επιλέγει να χρησιμοποιήσει ως κεντρικό χαρακτήρα ένα πρόσωπο υπαρκτό – και όχι κάποιο που ο ίδιος έχει επινοήσει – σε ορισμένα επεισόδια της ιστορίας οφείλει να προσεγγίζει τα αληθινά γεγονότα. Κι αυτό, όχι γιατί είναι ανάγκη στο μυθιστόρημα να αποκαθίσταται η ιστορική αλήθεια, αλλά για να γίνεται η ιστορία πιο αληθοφανής σε όσους γνωρίζουν ‘πράγματα’ για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται. Όσον αφορά λοιπόν τα προαναφερόμενα βιβλία, ο συγγραφέας πετυχαίνει να προσεγγίσει περισσότερο τα αληθινά γεγονότα στο μυθιστόρημα με ήρωα τον Μάρκο, παρά σ’ αυτό με κεντρικό χαρακτήρα τον Τσιτσάνη.
Εχω την αίσθηση ότι στο ‘ΟΥΖΕΡΙ’ κεντρικός χαρακτήρας θα μπορούσε κάλλιστα να είναι και οποιοδήποτε άλλο, φανταστικό πρόσωπο και όχι απαραιτήτως ο Τσιτσάνης. Εδώ ο συγγραφέας απλώς δανείζεται μερικά στοιχεία από τη ζωή του μεγάλου συνθέτη, για να περιγράψει κοινωνικές καταστάσεις που εξελίσσονταν στη Θεσσαλονίκη την εποχή που ο αναφερόμενος καλλιτέχνης ζούσε εκεί.
Αντιθέτως, στην περίπτωση του βιβλίου με κεντρικό χαρακτήρα υον Μάρκο, ‘ΟΛΑ ΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΛΩΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ’, τα πράγματα είναι πιο συγκεκριμένα. Εδώ, τα γεγονότα που περιγράφονται και πράγματι συνέβησαν κατά την πρώτη περίοδο ανάπτυξης του Πειραιώτικου Ρεμπέτικου – του οποίου, ως γνωστόν, ο συγκεκριμένος συνθέτης υπήρξε ηγετική φυσιογνωμία - περνάνε μέσα από τη μυθιστορηματική εξιστόρηση της σχέσης που είχε ο Βαμβακάρης με την πρώτη γυναίκα του Ζιγκοάλα, από την οποία τελικά χώρισε χωρίς να αποκτήσει παιδιά μαζί της. Συγκρίνοντας λοιπόν αυτά τα δύο βιβλία του Σκαμπαρδώνη καταλήγουμε στην άποψη ότι ο συγγραφέας πιο πολύ προσεγγίζει τα αληθινά γεγονότα σε σχέση με τη ζωή του Μάρκου παρά εκείνα σε σχέση με αυτήν του Τσιτσάνη.


Π. Σκούρτης
18 -5 -2009

24 Ιουν 2009

ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗ και 'ΕΝΤΟΠΙΟΤΗΤΑ'

‘ΕΓΧΩΡΙΕΣ’ και ‘ΔΙΕΘΝΕΙΣ’ ΜΕΛΩΔΙΕΣ

Ο δίσκος MOMENTS, σε μουσική Μίμη Πλέσσα και με ερμηνευτή τον Δάκη, έχει ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: οι περισσότερες από τις μελωδίες αυτού του δίσκου ήταν ήδη γνωστές και πριν την κυκλοφορία του. Εδώ όμως το καινούργιο είναι ότι τις ακούμε επενδυμένες με ξενόγλωσσους στίχους. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι πρόκειται για έναν δίσκο που είναι όχι μόνον ελληνικός αλλά και διεθνής.
Τόσο τα κίνητρα δημιουργίας αυτού του δίσκου όσο και το άκουσμά του, γεννούν κάποια ερωτήματα. Αλήθεια, υπάρχει μουσική που να μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά ‘διεθνής’ και αν ναι, τότε αυτή καταργεί την εντοπιότητα μουσικών συνθέσεων; Πιστεύω ότι υπάρχει μια απάντηση και για τα δυο ερωτήματα και αυτή είναι η εξής: εξαρτάται από το τι εννοεί κανείς με τον όρο ‘διεθνής’. Αν χαρακτηρίζαμε ως ‘διεθνή’ μια μελωδία που θα περιελάμβανε ηχοχρώματα από διάφορες χώρες, τότε θα αναφερόμασταν σε κάτι που είναι πολύ δύσκολο - αν όχι αδύνατον - να δημιουργηθεί. Γιατί, σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να υπάρχει ένα στοιχείο που να δένει όλα τα διαφορετικά ηχοχρώματα σε ένα ενιαίο σύνολο κι αυτό είναι πολύ απίθανο να προκύψει σε μια μόνο μελωδία. Αν δεν υπάρξει η ‘γέφυρα’ την οποία μόλις αναφέραμε, τότε θα έχουμε ένα ετερόκλητο κράμα ήχων χωρίς συγκεκριμένο αντίκρισμα. Αν, αντιθέτως, εννοούμε μια μελωδία που περιλαμβάνει στοιχεία τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να την μετατρέψουν από ‘εγχώρια’ σε ‘ουδέτερη’ - δηλαδή αποδεκτή και πέρα από τα σύνορα της χώρας γέννησής της -, τότε η δημιουργία μιας μουσικής που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως ‘διεθνή’, είναι δυνατόν να επιτευχθεί. Ακριβώς αυτό φαίνεται να προκύπτει με τις μελωδίες του Μίμη Πλέσσα στον δίσκο που προαναφέραμε. Παρενθετικά θέλω να πω ότι εδώ χρησιμοποιώ τον όρο ‘ουδέτερη’ και όχι ‘διεθνής’ γιατί θεωρώ ότι τελικά το ‘διεθνής’ είναι μια πολύ αφηρημένη έννοια που δεν μπορεί κανείς να προσδιορίσει εύκολα τα χαρακτηριστικά της.
Έστω όμως και αν θεωρήσουμε ότι πράγματι υπάρχουν μελωδίες που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ‘διεθνείς’, έχω τη γνώμη ότι και αυτές δεν θα πρέπει στην πορεία να χάνουν το μουσικό ‘στίγμα’ του δημιουργού τους. Δηλαδή, παρά τις αναγκαίες αλλαγές που επιδέχονται προκειμένου να προσαρμοστούν σε νέα μουσικά δεδομένα, θα πρέπει να διακρίνεται η ‘ταυτότητά’ τους. Αυτό, για παράδειγμα, θεωρώ ότι συμβαίνει με την μουσική επένδυση της Αμερικάνικης ταινίας SERPICO. Ακόμα και αν κάποιος δεν γνωρίζει ότι τη μουσική στη συγκεκριμένη ταινία την έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης, ο μυημένος ακροατής μπορεί να διακρίνει το έντονο ελληνικό στοιχείο σ’ αυτήν. Δηλαδή, όποιος μπορεί να ξεχωρίζει τα χαρακτηριστικά στις διάφορες μελωδίες, εύκολα φαντάζεται αυτή τη μελωδία να αποδίδεται και από κάποια ελληνική παραδοσιακή αστικολαϊκή ορχήστρα.
Άλλωστε, ο Θεοδωράκης, με μεγάλη άνεση, επιδίδεται στην πρακτική προσαρμογής των μελωδιών του σύμφωνα με τη ‘χρήση’ για την οποία τις προορίζει. Παραδείγματος χάριν, η μελωδία που επενδύει μουσικά την ταινία SERPICO, στη λαϊκή της μορφή χρησιμοποιήθηκε από τον δημιουργό της για να ‘ντύσει’ μουσικά το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη «Δρόμοι Παλιοί», το οποίο περιλαμβάνεται στον δίσκο ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ. Αυτό ισχύει και για τη σύνθεση του ίδιου δημιουργού που ακούγεται στην ταινία ‘Ζ’ του Γαβρά, μουσική που επίσης χρησιμοποιήθηκε για να μελωποιηθούν οι στίχοι του τραγουδιού «Γελαστό Παιδί». Εκείνο που δεν γνωρίζω είναι αν η μελοποίηση των στίχων προηγήθηκε της μουσικής επένδυσης των ταινιών που αναφέραμε ή το αντίστροφο.
Κλείνοντας θα πρέπει να απαντήσουμε και στο δεύτερο ερώτημα που θέσαμε παραπάνω. Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα εκθέσαμε προηγουμένως, θα μπορούσαμε να πούμε ότι: αν θεωρήσουμε πως υπάρχουν μελωδίες που πράγματι μπορούν να χαρακτηρίζονται ως ‘διεθνείς’, αυτές μάλλον δεν καταργούν την ‘εντοπιότητα’ στις μουσικές συνθέσεις. Απεναντίας, η ‘προώθηση’ τους σε ένα διεθνές ακροατήριο δίνει την ευκαιρία στο ευρύτερο κοινό να την γνωρίσει.


Π. Σκούρτης
2/5/2009