16 Δεκ 2008

Γ. Ξανθούλης: "Του Φιδιού το Γάλα"

«ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ΤΟ ΓΑΛΑ»
ΜΕΤΕΩΡΕΣ ΚΑΙ ΑΟΡΙΣΤΕΣ ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΟ ΚΑΙ ΠΕΡΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΞΑΝΘΟΥΛΗ


Μετά την κυκλοφορία των βιβλίων του «ΚΙ ΥΣΤΕΡΑ ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ» και «ΤΟ ΤΡΕΝΟ ΜΕ ΤΙΣ ΦΡΑΟΥΛΕΣ» ο λογοτέχνης και θεατρικός συγγραφέας Γιάννης Ξανθούλης παρουσίασε πρόσφατα το νέο του μυθιστόρημα. Ο τίτλος του βιβλίου είναι «ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ΤΟ ΓΆΛΑ» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Πρόκειται για την ιστορία του Ανέστη Κομνηνού, ενός ατόμου που γενικά πολλοί άνθρωποι της εποχής μας θα χαρακτήριζαν αποτυχημένο. Ο πατέρας του Ανέστη είναι φερετροποιός και η μάννα του μια γυναίκα που κάποτε μπορεί να είχε φιλοδοξίες όμως, καταπώς φαίνεται, εγκλωβίστηκε μέσα σ’ έναν φαινομενικά επιτυχημένο αλλά μάλλον συμβατικό γάμο. Έτσι ο κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος που είναι ο μικρός γιος της οικογένειας, αποτελεί την ελπίδα των γονιών και του μεγάλου αδελφού του – ο οποίος έχει καταλήξει να δουλεύει στο μαγαζί με τον πατέρα τους - για κοινωνική άνοδο και καταξίωση.
Ο δευτερότοκος γιος σχεδιάζει να δώσει εξετάσεις στο Πολυτεχνείο και να γίνει αρχιτέκτονας, τα πράγματα όμως ανατρέπονται από τη στιγμή που αποτυγχάνει εξαιτίας της εμπλοκής του με τη μυστηριώδη οικογένεια Μέντα. Όταν πεθαίνει ο ασθενικός γιος της οικογένειας Μέντα, ο Άλκης, ο Ανέστης κληρονομεί απ’ αυτόν μια πλούσια βιβλιοθήκη και αποφασίζει να γίνει εκδότης. Κάποια χρόνια πιο μετά, η μάννα του αυτοκτονεί. μην αντέχοντας ‘να βλέπει στα χαρτιά’ τη συνεχιζόμενη κακοτυχία του γιου της. Γιατί και στο επάγγελμα του εκδότη, ο Ανέστης αποτυγχάνει και για να επιζήσει ο εκδοτικός οίκος του αλλά και ο ίδιος, καταλήγει να εκδίδει όποιαδήποτε σαβούρα του φέρουν προς έκδοση. Επιπλέον η μάννα αισθάνεται προδομένη μετά την αποκαλυψη ενός μυστικού για την εξωσυζυγική ζωή του άντρα της αλλά πολύ περισσότερο επειδή ανακαλύπτει, πως ο μεγάλος της γιος όχι μόνον κάλυπτε τις ατασθαλίες του πατέρα του, αλλά υπήρξε και συνένοχός του.
Η ονομασία του μυθιστορήματος «ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ΤΟ ΓΑΛΑ» προέρχεται από τον τίτλο μιας γιαπωνέζικης ταινίας απ’ αυτές που έχει στη συλλογή του ο φίλος του Ανέστη, ο Άλκης , αλλά ίσως αποτελεί και ένα λογοπαίγνιο-μεταφορά της γνωστής φράσης «του πουλιού το γάλα». Αυτός επίσης είναι ο τίτλος ενός χειρογράφου, ως συγγραφέας του οποίου φέρεται ο εκδότης. Ατό το χειρόγραφο φτάνει στα γραφεία του εκδοτικού οίκου σε μια περίοδο κατά την οποία η μεν επιχείρηση βρίσκεται σε πλήρη παρακμή ο δε διευθύνων σε κάπως προχωρημένη ηλικία. Ο Ανέστης όμως δεν κατορθώνει να θυμηθεί αν και πότε ήταν αυτός που δημιούργησε το συγκεκριμένο ντοκουμέντο-απεικόνιση μιας αποτυχημένης ζωής που είχε εν μέρει διαγράψει από την μνήμη του. Επιπλέον δεν θυμάται να ταχυδρόμησε αυτό το χειρόγραφο στον εκδοτικό του οίκο.
Εδώ, θα ήθελα να ξεφύγω για λίγο από το κυρίως θέμα και να μιλήσω γενικότερα. Υπάρχει ένα ζήτημα που αφορά όλους όσους γράφουν κριτικές για λογοτεχνικά έργα αλλά κυρίως για μυθιστορήματα. Περιγράφοντας την υπόθεση ενός βιβλίου που ανήκει στο προαναφερόμενο λογοτεχνικό είδος, οι κριτικοί πρέπει ν’ αρκούνται στο ν’ αναφέρουν μόνο όσα στοιχεία θεωρούν ότι είναι απαραίτητα για να κεντρίσουν την περιέργεια του υποψήφιου αναγνώστη. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν από την κριτική αποκαλυφθεί όλη η υπόθεση του βιβλίου, ποιος ο λόγος να το αγοράσει κάποιος; Όμως στο μυθιστόρημα του Ξανθούλη που σχολιάζεται σ’ αυτό το άρθρο διαφοροποιούνται κάπως τα πράγματα. Έχει κανείς την αίσθηση πως προκειμένου οι καταστάσεις να μπουν σε κάποια τάξη, είναι αναγκαίο ν’ αποκαλυφθεί μεγάλο μέρος της ιστορίας, γιατί από ένα σημείο και πέρα όλα είναι πολύ μπερδεμένα κι αόριστα.
Σ' αυτό το έργο ο συγγραφέας μάλλον επιθυμεί να μας περιγράψει την κατάσταση που μπορεί να βιώνει ένας άνθρωπος όταν αποφασίζει ν’ απωθήσει από την μνήμη του κάποια πράγματα που τον ενοχλούν γιατί του θυμίζουν τις λανθασμένες επιλογές του. Ως ένα σημείο τα καταφέρνει, μετά όμως τα πράγματα μπερδεύονται. Αυτό προκύπτει γιατί δεν υπάρχει καμία σύνδεση ανάμεσα στο κεφάλαιο που κατά κάποιο τρόπο αποτελεί την εισαγωγή στο κυρίως κείμενο και σ’ αυτό με το οποίο ολοκληρώνεται το βιβλίο. Δηλαδή, ενώ από το εισαγωγικό κεφάλαιο πληροφορούμαστε ότι ο Ανέστης Κομνηνός ήταν πράγματι εκείνος που έγραψε το χειρόγραφο, στο τελευταίο δεν ξεκαθαρίζεται αν ο ίδιος αντιλαμβάνεται τι του συμβαίνει. Με άλλα λόγια, δεν πληροφορούμαστε αν ο εκδότης συνειδητοποιεί τελικά την κατάστασή του και αποδέχεται την πραγματικότητα ή συνεχίζει να θεωρεί αντικειμενικά τα γεγονότα που αναφέρονται στο χειρόγραφο και τα οποία σημάδεψαν την πορεία του τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Κατά τ’ άλλα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημα διαθέτει έντονο το ευτράπελο στοιχείο αλλά και πικρό χιούμορ, γνωρίσματα που χαρακτηρίζουν γενικά τη γραφή του Ξανθούλη.
Π.Σκούρτης
4/1/2008

2 σχόλια:

Unknown είπε...

Εύστοχο το όλο κείμενο, προσεγγίζει το βιβλίο με μία προσεχτική και ιδιαίτερη ματιά. Ωστόσο, θα ήθελα να διαφωνίσω σε δύο σημεία. Αρχικά, μου διαφεύγει η πληροφορία για την αυτοκτονία της μάνας και ασχέτως από αυτό, δεν νομίζω ότι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα ώστε να αξίζει να αναφερθεί. Επιπρόσθετα, πιστεύω πως η μαγεία του συγκεκριμένου έργου είναι η ασάφεια και η κατά μέρος γενικολογία που το χαρακτηρίζει. Ο στόχος του συγγραφέα στο τέλος του κειμένου είναι να αποδώσει περισσότερο την αξία της γλυκιάς λησμονιάς που διακατέχει τον ήρωα παρά τη συνειδητοποίση της από αυτόν.
Ελπίζω να μην σας κούρασα και θα ήθελα να υπογραμμίσω πως η άποψή μου είναι καθαρά υποκειμενική εφόσον αυτό το ανάγνωσμα αποτελεί ένα από τα αγαπημένα μου....

Panos Skourtis είπε...

Ευχαριστώ τον σχολιαστή Γιάννη Κ. για την προσοχή με την οποία διάβασε την κριτική μου για το βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη “Του Φιδιού το Γάλα”, καθώς και για τα όσα θετικά σχόλιά του.
Όσον αφορά τις ενστάσεις του, έχω να πω τα εξής: πιθανόν να ευσταθεί η άποψή του ότι η γλυκιά λησμονιά. είναι η λύση που επιλέγει ο Ανέστης Κομνηνός για την επιβίωσή του. Εντούτοις, θα διαφωνήσω μαζί του ως προς το ότι η αυτοκτονία της μητέρας είναι μια άνευ σημασίας λεπτομέρεια. Αυτό ακριβώς το γεγονός είναι πολύ σημαντικό και προϊδεάζει τον αναγνώστη για αυτά που έπονται.
Με τη σειρά του ο γιος και εκδότης αμφισβητεί – υποσυνείδητα ή εσκεμμένα, δεν έχει σημασία – ότι το κείμενο στο οποίο περιγράφεται η ζωή του το έχει συντάξει ο ίδιος. Τόσο η αυτοκτονία της μητέρας όσο και η στάση του γιου –κατά την άποψή μου- ξεκινούν από το ίδιο κίνητρο: δηλαδή την συνειδητοποίηση μιας σπαταλημένης ζωής και την οδυνηρή αναγνώριση του ότι απέτυχαν στους στόχους τους.
Βέβαια, δεν αμφισβητώ ότι στο συγκεκριμένο βιβλίο υπάρχει διάχυτη μια κάποια μαγεία – όπως πολύ σωστά ισχυρίζεται ο σχολιαστής. Όμως αυτή η μαγεία θεωρώ πως είναι μάλλον μια ιδιαιτερότητα που γενικότερα συναντάται στη γραφή του Ξανθούλη παρά αποτέλεσμα της συναισθηματικής κατάστασης που βιώνει ο κεντρικός χαρακτήρας.

Π. Σκούρτης
28/7/14